Στὴν κρίση τῶν ἠθικῶν ἀξιῶν, θὰ ἤθελα νὰ πῶ μιὰ λέξη γιὰ τὸν ἐρωτισμό. Ἡ σύγχρονη λογοτεχνία καὶ ὁ κινηματογράφος ἔχουν ἀφθονία ἐρωτικῶν σκηνῶν. Ὁ ἐρωτισμὸς ταλαντεύεται ἀνάμεσα στὴν ἐπιθυμία γιὰ τὸ ἱερό (βλέπε τὸ ἔργο τοῦ George Bataile) καὶ σ’ ἕνα γελοῖο κενό, βαρετό, μὲ τὴ μείωση τῆς ἐρωτικῆς πράξεως σ’ ἕναν μονότονο μηχανισμό. Οἱ ἡρωίδες τῆς Φρανσουὰζ Σαγκὰν δὲν δίνονται στὸν ἔρωτα, ἀλλὰ ἀφήνουν τὸν ἑαυτό τους νὰ ἄγεται καὶ νὰ φέρεται μέσα στὸ ἀλλοιωμένο περιβάλλον τῆς ράθυμης κοινωνίας στὴν ὁποία ἐξελίσσονται.
Αὐτοὶ ποὺ ἀφήνονται σὲ ἐρωτικὲς ἀκολασίες ξέρουν πολὺ καλὰ τί εὐτελῆ εἰκόνα δίνουν γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Τὸ πρόσωπο τοῦ Δὸν Ζουὰν ποὺ πλημμυρίζει τὴ λογοτεχνία, εἶναι ἕνας δυστυχισμένος τοῦ ἔρωτα. Λιγώτερο πρέπει νὰ φοβόμαστε τὸν ἐρωτισμὸ ἢ τὴν πορνογραφία, ὅσο τὴν πλήξη ποὺ κατακλύζει αὐτοὺς τοὺς νεαροὺς μπλαζέ, τοὺς ἀηδιασμένους ἀπὸ τὶς ἐμπειρίες τους, ποὺ τὸ ἐνδιαφέρον τους δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ ἀνανεωθεῖ. Ὁ Ρῶσος συγγραφέας Γκόγκολ ἔβλεπε στὴν πλήξη τὸ σημάδι τοῦ σατανᾶ καὶ ἔλεγε ὅτι ὁ σατανᾶς, μιὰ μέρα, θὰ φέρει ἕνα τεράστιο χασμουρητὸ ἀνίας, καὶ σ’ αὐτὸ τὸ χασμουρητὸ θὰ περικλείσει ὁλόκληρο τὸν κόσμο.
