Πρίν ἀπό
σαράντα περίπου χρόνια παρουσιάστηκε τό πρῶτο κροῦσμα ναρκωτικῶν μέσα σέ
σχολεῖο. Καί τότε ἄρχισαν οἱ γεμᾶτες ὑποκρισία συσκέψεις καί οἱ
τηλεοπτικές καί ραδιοφωνικές συζητήσεις, οἱ στρογγυλές καί οἱ τετράγωνες
τράπεζες, γιά νά συζητήσουν καί νά μελετήσουν τό γεγονός.
Δημοσιογράφοι, εἰδικοί καί ἀνειδίκευτοι νά συζητοῦν καί νά προσπαθοῦν τάχα νά διερευνήσουν τό «φρικτό» γεγονός.
Ἔνιωσα τότε
μιά ἀηδία καί μιά ἀγανάκτηση μαζί γιά ὅλους πού, ἐνῶ ἦταν οἱ κύριοι
ὑπαίτιοι τοῦ γεγονότος παρίσταναν τούς ἀθώους καί ἐνῶ ἦταν οἱ περισσότεροι «προαγωγοί», τώρα ἐπιχειροῦσαν νά κάνουν τούς θεραπευτές.
Ἔγραψα λοιπόν
καί ἐγώ τότε σέ τοπική ἐφημερίδα ἕνα κείμενο μέ μιά σκληρή εἰρωνία.
«Ὥστε ἀνησυχήσατε! Μιλᾶτε σοβαρά! Μά τί ἄλλο κάνετε ὅλοι ἐσεῖς, ὁ
καθένας ἀπό τήν πλευρά του, ἐδῶ καί μιά δεκαετία ἀπό τό νά γκρεμίζετε
ὅλα τά ἀναχώματα πού θά μποροῦσαν νά ἐμποδίσουν τήν εἰσβολή τῶν
ναρκωτικῶν στά σχολεῖα; Εἰρωνευθήκατε ὅλες τίς ἀξίες! Χλευάσατε τήν
πίστη καί τήν ἀρετή! Τώρα μπορεῖτε νά εἶσθε ὑπερήφανοι. Πετύχατε τόν
στόχο σας. Τά ναρκωτικά μπῆκαν ἐπί τέλους στά σχολεῖα καί ἀπό ἐδῶ καί
πέρα θά γίνουν κυρίαρχο στοιχεῖο στήν ζωή τους»!
Αὐτά ἔγραφα τότε καί λυπᾶμαι πού ὁ χρόνος μέ δικαίωσε.
