"Είμαστε ένας λαός με παλικαρίσια ψυχή, που κράτησε τα βαθιά κοιτάσματα της μνήμης του σε καιρούς ακμής και σε αιώνες διωγμών και άδειων λόγων. Τώρα που ο τριγυρινός μας κόσμος μοιάζει να θέλει να μας κάνει τρόφιμους ενός οικουμενικού πανδοχείου, θα την απαρνηθούμε άραγε αυτή τη μνήμη; Θα το παραδεχτούμε τάχα να γίνουμε απόκληροι"

Γιώργος Σεφέρης

Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

Μια ανατριχιαστική ιστορία από την κομμουνιστική θηριωδία στα Δεκεμβριανά


Σε εκείνη τη μικρή αυλή, στη λαϊκή γειτονιά στο Περιστέρι, με το αγιόκλημα και τα γιασεμιά, η μαυροντυμένη γυναίκα πήρε στην αγκαλιά της τη μικρότερη δισέγγονη της. Κάθισαν στη σκιά και την εναπόθεσε στα γόνατα της. Χάιδεψε τα μακριά καστανοκόκκινα μαλλιά της και τα μύρισε. Το κοριτσάκι αναδεύτηκε στην αγκαλιά της και βολεύτηκε καλύτερα κοιτώντας τη στα μάτια. "Γιαγιά της είπε θα μου πεις ένα παραμύθι;"
"Σήμερα της είπε θα σου πω μια αληθινή ιστορία για τους παππούδες σου που δεν γνώρισες, για το μπαμπά σου και τα αδέρφια του που έμειναν ορφανά και τα μεγάλωσα εγώ" Η μικρούλα τη κοίταξε περίεργα, ήταν μόνο τριών χρονών και σταύρωσε τα χέρια της περιμένοντας τη γιαγιά της να ξεκινήσει.
"Είσαι πολύ μικρούλα της είπε αλλά εγώ θα φύγω σύντομα και θέλω να είμαι σίγουρη ότι και εσύ όπως και τα ξαδέρφια σου θα ξέρετε την αλήθεια. Είσαι το στερνοπούλι αυτής της οικογένειας και κάτι μου λέει ότι εσύ θα σηκώσεις το όνομα της στους ώμους σου. Όταν κοιτώ τα μάτια σου βλέπω τη κόρη μου σε σένα και όταν παρακολουθώ πως μιλάς βλέπω το γαμπρό μου. Είσαι το γέννημα δύο πολύ δυνατών ανθρώπων που δεν πρόλαβαν να ζήσουν"
"Ο παππούς σου μωρό μου, παρόλο που ήταν πατέρας πέντε παιδιών πολέμησε και στην Αλβανία τους Ιταλούς και μετά τους Γερμανούς. Στη κατοχή ήταν καπετάνιος στον ΕΛΑΣ. Όταν ήρθε η ευλογημένη ώρα και έφυγαν από την πατρίδα μας οι κατακτητές, γυάλισε το όπλο του, το παρέδωσε στο σύνδεσμο του και ζήτησε να φύγει για να γυρίσει στη γυναίκα του και στα πέντε παιδιά του. Ο καπετάνιος του Iου Tάγματος Mιχάλης Παναγιωτίδης, του είπε ότι δεν είχαν τελειώσει ακόμα και του ζήτησε να μείνει. Ο παππούς σου του απάντησε ότι η δική του δουλειά είχε τελειώσει με την αποχώρηση των Γερμανών και έφυγε για να γυρίσει στο πατέρα σου και τη γιαγιά σου.

Ήταν Κυριακή πρωί όταν ο παππούς σου πέρασε την αυλόπορτα, του σπιτιού μας στη Πλάκα και η γιαγιά σου μόλις είχε γυρίσει από την εκκλησία. Μόλις τον είδε έτρεξε να τον αγκαλιάσει και γύρω του μαζεύτηκαν όλα παιδιά. Ο πατέρας σου ήταν μόνο 5 χρονών. Άπλωνε τα χεράκια του και αγκάλιαζε τα πόδια του πατέρα του και όταν εκείνος τον πήρε αγκαλιά και τον πετούσε στον αέρα, ο πατέρας σου γέλαγε και γέμιζε φωνές όλη η αυλή. Το μεσημέρι η οικογένεια κάθισε στο τραπέζι να φάει όλη μαζί για πρώτη φορά, μετά από πολλά χρόνια. Την ώρα που μοίραζα τη μπομπότα, ακούσαμε φασαρία στην αυλή. Ποδοβολητά και άγριες φωνές. Πριν προλάβουμε να καταλάβουμε κάποιοι έσπασαν τη πόρτα και μπήκαν μέσα στο σπίτι με τα όπλα στα χέρια. Όταν ο παππούς σου τους είδε, κατάλαβε και σηκώθηκε γρήγορα από το τραπέζι. Η γιαγιά σου κοιτούσε έντρομη και όρμηξε να τον αγκαλιάσει. Εκείνος την απομάκρυνε και της είπε να προσέχει τα παιδιά και μετά έφυγε μαζί τους. Ήταν η τελευταία φορά που τον είδαμε ζωντανό.
Τον παππού σου τον πέρασαν από Λαϊκό δικαστήριο, αυτός που τον καταδίκασε δις εις θάνατο ζει ακόμα στη Πλάκα και για χρόνια τον βλέπαμε μέχρι που φύγαμε από εκεί και ήρθαμε εδώ. Το πτώμα του το έριξαν στο ποτάμι και ξεβράστηκε στο Φάληρο. Εκεί ανάμεσα σε εκατοντάδες πτώματα που μάζεψε ο Ερυθρός Σταυρός τον αναγνώρισε η γιαγιά σου μετά από πολύ καιρό και τον έφερε σπίτι. Το κορμάκι του ήταν μέσα στις πληγές και τα δόντια του όλα σπασμένα. Από τα χέρια του έλειπαν νύχια και κάποια δάχτυλα ήταν κομμένα. Τον πλύναμε, τον ντύσαμε και καθίσαμε να τον μοιρολογήσουμε. Η γιαγιά σου τράβαγε τα μαλλιά της και χτύπαγε το κεφάλι της. Την ώρα που γινόντουσαν όλα αυτά, όρμηξαν στο σπίτι οι ίδιοι που τον είχαν αρπάξει, κλότσησαν τις καρέκλες που στήριζαν το φέρετρο και μαζί και τη γιαγιά σου και τον πατέρα σου, που πήγαν να μπουν στη μέση.
Μετά πήραν το πτώμα του παππού σου και το έδεσαν πίσω από ένα κάρο με ένα σκοινί. Το πατέρα σου και όλα τα παιδιά μαζί με τη γιαγιά σου και μένα μας έσπρωξαν στο πεζοδρόμιο χτυπώντας μας με τις κάννες των όπλων τους και μας έβαλαν να κοιτάμε. Μετά έδωσαν μία στο άλογο του κάρου και αυτό άρχισε να τρέχει σαν τρελό γύρω γύρω στα σοκάκια σέρνοντας πίσω του τον παππού σου. Εμείς είχαμε απομείνει στο πεζοδρόμιο να κοιτάμε έντρομοι, μέχρι που η γιαγιά σου λιποθύμησε και τότε ένας από τους συμμορίτες άρχισε να τη κλωτσάει. Μη ούρλιαξα και άρπαξα τα πόδια του, πέντε παιδιά έχει, μη μείνουν ορφανά και από μάνα. Εκείνος με έσπρωξε και με φιλοδώρησε και εμένα με αρκετές κλωτσιές. Μείναμε στο πεζοδρόμιο για αρκετές ώρες να κοιτάμε το κάρο να περνάει από μπροστά μας ξανά και ξανά, μέχρι που δεν έμεινε κρέας στα κόκαλα του παππού σου και το κάρο χάθηκε από τα μάτια μας.
Τα παιδιά έμειναν εκεί στο πεζοδρόμιο να κλαίνε αγκαλιάζοντας τη μάνα τους, ένα κουβάρι από σάρκα και αίματα. Το παππού σου, τον δολοφόνησαν οι κομμουνιστοσυμμορίτες να το θυμάσαι αυτό. Να μη το ξεχάσεις ποτέ. Να έχουν τη κατάρα μου και αυτοί και τα παιδιά τους μέχρι να πεθάνει και ο τελευταίος από αυτούς. Δολοφόνησαν έναν αθώο, ένα πατέρα πέντε παιδιών γιατί αρνήθηκε να σκοτώσει Έλληνες. Να μου ορκιστείς ότι θα το θυμάσαι, εσύ που έχεις και το όνομα του παππού σου. Ακούς, να μου το ορκιστείς.
Και το ορκίστηκα και δεν το ξέχασα ποτέ. Ευτυχώς η γιαγιά έζησε αρκετά χρόνια για να μου πει ξανά και ξανά αυτή την ιστορία με όλες τις λεπτομέρειες και με όλα τα ονόματα των μακελάρηδων που δρούσαν στη Πλάκα και το Θησείο."

 Πηγή: Christina Sideris (FB)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Μας ενδιαφέρουν οι άποψεις σας και οι διαφωνίες σας.
Ο γόνιμος διάλογος μας κάνει όλους πιο σοφούς.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...