"Είμαστε ένας λαός με παλικαρίσια ψυχή, που κράτησε τα βαθιά κοιτάσματα της μνήμης του σε καιρούς ακμής και σε αιώνες διωγμών και άδειων λόγων. Τώρα που ο τριγυρινός μας κόσμος μοιάζει να θέλει να μας κάνει τρόφιμους ενός οικουμενικού πανδοχείου, θα την απαρνηθούμε άραγε αυτή τη μνήμη; Θα το παραδεχτούμε τάχα να γίνουμε απόκληροι"

Γιώργος Σεφέρης

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2018

ΜΑΡΙΟΣ ΝΟΒΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Από το Μεσαίωνα στο Νεομεσαιωνισμό του 21ου αιώνα

ΜΑΡΙΟΣ ΝΟΒΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Από το Μεσαίωνα στο Νεομεσαιωνισμό του 21ου αιώνα:

Γράφει ο Μάριος Νοβακόπουλος*





Οι διεθνείς
σχέσεις γνώρισαν χαώδεις αλλαγές από την κατάρρευση της Δυτικής Ρωμαϊκής
αυτοκρατορίας μέχρι σήμερα.  Η γέννηση
του δυτικού και ευρύτερα του ευρωπαϊκού γίγνεσθαι ανάγεται στην μετέπειτα
περίοδο (Μεσαίωνας), με δύο βασικά «μπλοκ»: το βυζαντινό και το λατινικό.








Όπως ένα
διεθνές σύστημα με το σημερινό ορισμό, η Βυζαντινή Κοινοπολιτεία και η δυτική res
publica Christiana ήταν «σύνολ[α] από αλληλοσχετιζόμενες και αλληλεξαρτημένες
αλληλεπιδράσεις μεταξύ διεθνών δρώντων».  Κατά τον ορισμό του Karl
Deutsch, «ένα διεθνές σύστημα αποτελείται
από συμπλέγματα οικισμών, μέσα μεταφοράς, πολιτιστικά κέντρα, γλωσσικές
περιοχές, διαχωρισμούς τάξεως και κάστας, φραγμούς μεταξύ αγορών, μεγάλες
περιφερειακές αντιθέσεις σε πλούτο και αλληλεξάρτηση». 










Υπό αυτούς
τους όρους οι δύο κόσμοι αποτελούν μεγάλα και πολύπλοκα συστήματα, τόσο σε
χωρική έκταση όσο και σε στρατηγικό (πολιτικό, στρατιωτικό) βάρος, πολιτιστικό
βάθος και οικονομική επιφάνεια.  Δεν επρόκειτο για συστήματα εθνών ή εθνών
κρατών με τη σύγχρονη έννοια (ο όρος «διεθνείς» σχέσεις για την εποχή εκείνη
χρησιμοποιείται μάλλον συμβατικά), καθώς τότε δε υπήρχε κρατική κυριαρχία αλλά
ένα καθεστώς πολλαπλών αλληλεπικαλυπτομένων μορφών ισχύος και νομιμοποιήσεως,
σε τοπικό, περιφερειακό και «παγκόσμιο» (οικουμενικό) επίπεδο και στη σφαίρα
του κοσμικού ή του θρησκευτικού.  Ακόμη και εντός του συστήματος αυτές οι
μορφές εξουσίας ήταν ενίοτε ανταγωνιστικές, όπως η μακροχρόνια διαπάλη μεταξύ
βασιλέων και φεουδαρχών ή πάπα και Γερμανού αυτοκράτορος (και σε μικρότερο
βαθμό, Βυζαντινού αυτοκράτορος και οικουμενικού πατριάρχου).
















Η ύπαρξη του
συστήματος εξασφάλιζε μία σχετική ενότητα, τυπική πολιτική ιεραρχία και
δυνατότητα μετακινήσεως, οικονομικής δραστηριοποιήσεως και πολιτιστικών
επαφών.  Τη Βυζαντινή Κοινοπολιτεία, με έδρα την Κωνσταντινούπολη, ένωνε η
σχεδόν μυθική πολιτιστική ακτινοβολία της αυτοκρατορίας, οι νόμοι της, η
ορθόδοξη χριστιανική πίστη βασισμένη στο ανατολικό τυπικό και ως ένα βαθμό η
ελληνική γλώσσα.  Τη Χριστιανική Πολιτεία της Εσπερίας χαρακτήριζε η
κυριαρχία της λατινικής γλώσσης, ο συγκεντρωτικός έλεγχος όλων των
εκκλησιαστικών δικαιοδοσιών από τη Ρώμη, η οικουμενική ιδεολογία της Γερμανικής
αυτοκρατορίας, η κοινή εμπειρία και κοινωνική οργάνωση της φεουδαρχίας καθώς
και θεσμοί που ξεπερνούσαν σύνορα και εθνότητες, όπως τα προσκυνήματα, τα
πανεπιστήμια, τα μοναστικά τάγματα και εν τέλει οι ίδιες οι Σταυροφορίες. 
Το σύστημα διεθνών σχέσεων της μεσαιωνικής Ευρώπης ήταν οργανωμένο τόσο ως
χαλαρό διπολικό (loose bipolar) όσο ως εν μέρει ιεραρχικό (hierarchical)-εν
μέρει διότι η ιεραρχία που διεκήρυττε το Βυζάντιο ήταν ευμετάβλητη και, ιδίως
την εξεταζόμενη περίοδο, περισσότερο ρητορική παρά απτή, ενώ για τη Δύση η
υποταγή στο Γερμανό αυτοκράτορα είχε ουσιαστικό περιεχόμενο μόνο στην κεντρική
Ευρώπη, με τα άλλα βασίλεια να υπάγονται βέβαια στη Ρώμη (εκκλησιαστικά και
εμμέσως πολιτικά βάσει της θεωρίας των δύο ξιφών) αλλά όχι στην «Αγία Ρωμαϊκή
αυτοκρατορία».  Το Βυζαντινό σύστημα αποτελείτο από μία μεγάλο
αυτοκρατορία και πέριξ αυτής πολλά, μικρά κράτη δορυφόρους.  Στη Δύση τα
αξιόλογα βασίλεια ήταν αρκετά (Γερμανία, Γαλλία, Αγγλία, σκανδιναβικά και
ιβηρικά κράτη) οπότε επικρατούσε εκτός από την ιεραρχία, κάποια ισορροπία
ισχύος.








Η μεσαιωνική εξουσία έχει λίγες
ομοιότητες με το βεστφαλιανό πρότυπο του κρατοκεντρικού, αναρχικού συστήματος,
όπου το έθνος αξιώνει την απόλυτη πίστη των υπηκόων του και ασυλία έναντι
εξωτερικών επεμβάσεων από οποιονδήποτε τρίτο δρώντα.




Η αντίθεση
αυτή είναι φυσική καθ’ ότι το καθεστώς που δημιούργησε η συνθήκη της Βεστφαλίας
(1648) κατήργησε ακριβώς τη Χριστιανική Πολιτεία (παρ’ ότι ο όρος συνεχίστηκε
να χρησιμοποιείται και η ρητορική της διεθνούς διακυβερνήσεως χάριν
χριστιανικής ειρήνης και δικαίου είναι παρούσα στο σχηματισμό της Ιεράς
Συμμαχίας το 1815) και την επικυριαρχία του πάπα και του αυτοκράτορος.  Το
παλαιό σύστημα χαρακτηριζόταν κατακερματισμό, αποκέντρωση, ιεραρχία και έντονη
ρητορική οικουμενικότητος.  Καθώς τότε δεν υπήρχαν ιδεολογίες με τη σύγχρονη
έννοια, η πίστη και ο αυτοκρατορικός θεσμός ήταν οι πλατφόρμες πραγματώσεως και
προπαγανδίσεως οραμάτων παγκοσμίου κυριαρχίας.  Αυτό έκανε το βυζαντινό
και το δυτικό κόσμο οντολογικώς ασυμβάτους.  Δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν
δύο αυτοκρατορίες, δύο θείοι τοποτηρητές, δύο Εκκλησίες.  Κάτι τέτοιο
αντιβαίνει τις πιο στοιχειώδεις αρχές πολιτικής θεολογίας και την ίδια τη φύση
του αυτοκρατορικού φαινομένου.  Από τη στιγμή που τα ζωτικά συμφέροντα και
οι πολιτικές, στρατιωτικές και οικονομικές τύχες των δύο κόσμων ήρθαν σε τόσο
στενή επαφή και αλληλεπίδραση μετά τις Σταυροφορίες, η σύγκρουση, αν όχι
αναπόφευκτη, είχε πολύ ισχυρή προδιάθεση για να εκδηλωθεί.  Η αντίθεση
συμφερόντων (εμπόριο, κατοχή στρατηγικών θέσεων, πολιτική επικυριαρχία,
στρατιωτική στρατηγική) είναι από μόνη της ικανή να διαταράξει σοβαρά τις
σχέσεις μεταξύ δυνάμεων, όταν όμως συνοδεύεται από κοσμοθεωρητικά παραδείγματα
(paradigm, weltanschaung) τόσο ανταγωνιστικά οι προοπτικές συνυπάρξεως
μειώνονται ακόμη περισσότερο.  Η αντίθεση βυζαντινού-δυτικού παραδείγματος
δεν έγκειται απλά στην ετερότητα τους, όπως αντιτίθεται π.χ. η έννοια της
οικουμενικής Χριστιανοσύνης με το πολιτικό Ισλάμ (χαλιφάτο, ούμα,
νταρ-αλ-Ισλάμ), αλλά στο ότι διεκδικούν την ηγεμονία με βάση τις ίδιες
αρχές.  Γινόταν αντιληπτή ως αγώνας νομίμων κληρονόμων και σφετεριστών,
ορθοδόξων και κακοδόξων (διαστροφέων δηλαδή της πίστεως, κάτι που μπορεί να
εκληφθεί ως χειρότερο από την απιστία), όχι απλώς ως ημετέρων και ξένων ή
πιστών και απίστων.








Παρ’ ότι μέχρι σήμερα τα κυρίαρχα
κράτη αποτελούν τους βασικότερους δρώντες των διεθνών σχέσεων, το καθεστώς τους
και η απολυτότητα της κυριαρχίας τους δεν υφίστανται χωρίς αμφισβήτηση ή
πιέσεις.
 




Τις
τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνος και δη μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η
αυξανόμενη αλληλεξάρτηση και παγκοσμιοποίηση της διεθνούς οικονομίας, η
ανάπτυξη περιφερειακών ενώσεων και εγχειρημάτων ολοκληρώσεως, η αύξηση των
αρμοδιοτήτων των διεθνών οργανισμών και η εντεινόμενη επιρροή διεθνικών και
υποκρατικών ομάδων, κινημάτων και μορφωμάτων (ΜΚΟ, επιχειρήσεις κ.α.) έχουν
οδηγήσει αρκετούς διεθνολόγους στην παρατήρηση πως το τρέχον σύστημα διεθνών
σχέσεων γίνεται ολοένα και πιο περίπλοκο, απομακρυνόμενο από το βεστφαλιανό
μοντέλο, όπου η πολιτική ήταν υπόθεση σχεδόν αποκλειστικά των κρατικών
κυβερνήσεων.  Στο βιβλίο του «Η Αναρχική Κοινωνία», ο Hedley Bull απέρριψε
τις προβλέψεις περί ολοκληρωτικής διαβρώσεως της κρατικής κυριαρχίας,
αναγνώρισε όμως την ανάδυση ενός μεικτού συστήματος, το οποίο αποκάλεσε
«νεομεσαιωνικό».  Στο νέο περιβάλλον το κρατικό μονοπώλιο ασκήσεως
πολιτικής και το απαραβίαστο της κρατικής κυριαρχίας μετριάζονται από ένα
δίκτυο πολλαπλών επιπέδων κυριαρχίας, επικυριαρχίας και πλαισίων πίστεως και
συμμορφώσεως, ενίοτε αλληλοσυγκρουομένων.  Δεν υφίσταται κεντρική αρχή στο
τρέχον σύστημα, πολλώ δε με βάση το υπερβατικό στοιχείο, όμως αυτή η ταυτόχρονη
τάση κατακερματισμού στο εσωτερικό των κρατών (νέου τύπου κοινωνία των πολιτών,
διάχυση της πληροφορίας, αυξημένη επαφή με το εξωτερικό, νέες ταυτότητες και
συνειδήσεις) και ενώσεως στο εξωτερικό (κοινή άμυνα και εξωτερική πολιτική,
αρμοδιότητα διεξαγωγής πολέμου ή αναλήψεως εσωτερικών υποθέσεων από διεθνείς
οργανισμούς) όντως ενέχει ομοιότητες σχετικά με την δυτική Ευρώπη του
Μεσαίωνος, όπου ο λόγος του πάπα και του τοπικού δουκός είχε πολύ συχνά
μεγαλύτερη βαρύτητα από τα διατάγματα του βασιλέως.  Τόσο πολέμιοι όσο και
υποστηρικτές της Ευρωπαϊκής Ενώσεως έχουν αναζητήσει παραλληλισμούς μεταξύ
αυτής και της Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.  Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως
διαπρεπείς πολιτικοί που εργάζονται για το σκοπό της ευρωπαϊκής ολοκληρώσεως (ανάμεσα
τους και ο ημέτερος Κωνσταντίνος Καραμανλής) τιμώνται με το παράσημο του
Καρλομάγνου, προσωπικότητα που έχει διαχρονικά ιδωθεί ως pater Europae, πατέρας
της Ευρώπης και προπομπός του οράματος για κοινή συνείδηση και πολιτική ενότητα
μεταξύ των λαών της.








Όμως, παρ’ ότι το τρέχον σύστημα
μοιάζει του μεσαιωνικού όσον αφορά τα παραπάνω, περεταίρω σύγκριση δείχνει ότι
ο όρος «νεομεσαιωνισμός» είναι σε μεγάλο βαθμό καταχρηστικός.
 




 Ένα σύστημα βασισμένο στην πολιτική θεολογία
και στην κοινωνική πίστη που προέρχεται από τον λόγο της τιμής και τον φόβο της
Κρίσεως είναι οντολογικά πολύ διαφορετικό από το σύγχρονο πρότυπο του κράτους
δικαίου, της κοσμικότητος και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.  Το
μονοπώλιο της βίας παραμένει υπό αυστηρό κρατικό έλεγχο, ακόμη και όταν τίθεται
υπέρ των σκοπών κάποιου διεθνούς οργανισμού (το μισθοφορικό φαινόμενο,
εξαιρετικά διαδεδομένο στο Μεσαίωνα, σήμερα είναι περιθωριακό).  Παρά την
ανάκαμψη της θρησκείας στο δημόσιο χώρο και τη διάψευση παλαιοτέρων προβλέψεων
για το «θάνατο του θεού», απέχει πολύ από το να αποτελεί παράγοντα τόσο
κεντρικό και πρωτεύοντα όσο το Μεσαίωνα.  Στη νεώτερη εποχή τη θρησκεία
αντικατέστησε ως βασική κινητήριο δύναμη της ιστορίας η ιδεολογία, σήμερα
τουλάχιστον όμως λείπει μία ενιαία οικουμενική κοσμοθεωρία για το διεθνές
σύστημα.  Ο κομουνισμός κατέπεσε, ο εθνικισμός και ο λαϊκισμός είναι
περισσότερο αντιδραστικά κινήματα παρά ολοκληρωμένες αντιπροτάσεις, ενώ το
αφήγημα της φιλελεύθερης παγκοσμιοποιήσεως έχει υποστεί σοβαρά πλήγματα από
πολλές πλευρές, με το όραμα του «τέλους της ιστορίας» διαψευσμένο.





*φοιτητής διεθνών, ευρωπαϊκών και περιφερειακών σπουδών (mnovakopoulos.blogspot.gr)



ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: Geopolitics & Daily News  20-4-2018

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2018

ΜΑΡΙΟΣ ΝΟΒΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Ερμηνεύοντας τα βαθύτερα αίτια των Σταυροφοριών

ΜΑΡΙΟΣ ΝΟΒΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Ερμηνεύοντας τα βαθύτερα αίτια των Σταυροφοριών:

Γράφει ο Μάριος Νοβακόπουλος*

Η
ερμηνεία των πράξεων των διεθνών δρώντων αποτελεί κεντρική αποστολή της
επιστήμης των διεθνών σχέσεων.  Ανάλογα με την ανθρωπολογική (ανθρώπινη
φύση) και κοινωνιολογική κοσμοθέαση (διάρθρωση και οργάνωση της
κοινωνίας, εσωτερικές της σχέσεις), τις προτεραιότητες της διεθνούς
πολιτικής (ασφάλεια, ευημερία, συνεργασία κ.α.) και τις μεθόδους που
χρησιμοποιούνται, οι προσεγγίσεις αυτές κατατάσσονται σε «σχολές».  Οι Σταυροφορίες,
ένα από τα πιο ενδιαφέροντα γεγονότα της ευρωπαϊκής ιστορίας, έχουν
κατά κύριο λόγο ερμηνευθεί βάσει της ρεαλιστικής ή της υλιστικής
προσεγγίσεως.








Κατά
τη ρεαλιστική θεωρία, την οποία πρώτος εφήρμοσε συστηματικά στις
Σταυροφορίες ο Markus Fischer το 1992, οι μεσαιωνικές εκστρατείες στους
Αγίους Τόπους, παρ’ όλες τις ιστορικές ιδιαιτερότητες και τη διαφορετική
μορφή του τότε διεθνούς συστήματος, έχουν όλα τα χαρακτηριστικά που θα
χαρακτήριζαν και μία σύγχρονη σύγκρουση, με βάση την πάγια επιδίωξη των
δρώντων για ισχύ, ασφάλεια και πολιτική επιβίωση σε πνεύμα ιδιοτελείας. 
Οι τότε δυνάμεις, από τις αυτοκρατορίες μέχρι τα μικρά φέουδα, παρ’ όλη
την αντίληψη περί ιεραρχημένης πολιτικής κοινωνίας και την απουσία
κρατικής κυριαρχίας, συμπεριφέρονταν γενικώς όπως τα κράτη του σήμερα,
σε ένα περιβάλλον de facto αναρχικό, ακολουθώντας τις αρχές της
ισορροπίας δυνάμεων, του διλήμματος ασφαλείας και της συγκρούσεως ως του
βασικού χαρακτηριστικού της εξωτερικής πολιτικής.  Η επίκληση της
πίστεως και των ιδανικών της Χριστιανοσύνης ήταν καθαρά ρητορική, ενώ η
τελική αποτυχία των Σταυροφοριών παρατίθεται ως απόδειξη αυτού:  η
Outremer (τα υπερπόντια φραγκικά εδάφη της Μέσης Ανατολής) χάθηκε διότι
οι Χριστιανοί δεν μπόρεσαν να βάλουν το όραμα τους και τα συμφέροντα της
res publica Christiana πάνω από αυτά της φατρίας ή του βασιλείου τους.

Τα
επόμενα χρόνια επιχειρήθηκε η ανάλυση των Σταυροφοριών από την οπτική
του ιστορικού υλισμού.  Διεθνολόγοι όπως ο Benno Teschke (2003)
παρουσίασαν τους πολέμους αυτούς ως διέξοδο για τα υλικά προβλήματα των
δύο κυριάρχων τάξεων της δυτικής Ευρώπης, των φεουδαρχών και του
κλήρου.  Οι διαρκείς διαμάχες των ιπποτών και των ηγεμονίσκων
προκαλούσαν καταστροφές στην περιουσία και το ποίμνιο της Εκκλησίας,
συνεπώς πρώτα μέσα από το κίνημα της «Ειρήνης του Θεού» και ύστερα από
τις Σταυροφορίες, ο κλήρος έθεσε υπό έλεγχο αυτήν την άλογη βία και την
εξέτρεψε μακριά από τα εδάφη του, προς ανακούφιση της δικής του
περιουσίας αλλά και για την επέκταση της στο εξωτερικό.  Από την άλλη,
οι Σταυροφορίες έδιναν διέξοδο σε στρώματα χαμηλοβάθμων φεουδαρχών, οι
οποίοι δεν είχαν δική τους γη ή οικογένειες, συνεπώς η Μέση Ανατολή
προσέφερε την ευκαιρία οικονομικής αποκαταστάσεως.  Παρ’ ότι η Εκκλησία
όντως κατέβαλε σημαντικές προσπάθειες για την τιθάσευση και διοχέτευση
της πολεμικής ορμής των ιπποτών, ενώ το σταυροφορικό κίνημα σίγουρα
προσέλκυσε ιδιοτελείς τυχοδιώκτες, η ερμηνεία αυτή έχει δεχθεί κριτική
ως απλουστευτική και ιστορικά ανακριβής, καθώς δεν υπάρχουν ενδείξεις
για μεγάλη δημογραφική πίεση στην δυτική Ευρώπη της εποχής.

Σε
μία εποχή πριν την εκκοσμίκευση και την απομάγευση της δημοσίας σφαίρας
και της κοινωνίας γενικότερα, σε έναν πολιτισμό όπου κυριαρχούσε το
μεταφυσικό-υπερβατικό στοιχείο και δύο από τις υψηλότερες αρετές ήταν η
τιμή και η ανδρεία, η προσέγγιση των Σταυροφοριών καθαρά υπό το πρίσμα
του υλικού ή πολιτικού συμφέροντος αποτυγχάνει να συλλάβει πολλές πτυχές
του.  Ο φρενήρης ενθουσιασμός, η ανάληψη εκ μέρους φεουδαρχών και
βασιλέων τεραστίων εξόδων και μεγάλων κινδύνων για να εκστρατεύσουν στην
άλλη άκρη του τότε γνωστού κόσμου αφήνοντας τα εδάφη τους ευάλωτα, οι
μαρτυρίες για το πώς το θρησκευτικό κήρυγμα συγκινούσε βαθιά όχι μόνο
τους απλούς πιστούς αλλά και την εξουσία, όλα είναι συμπεριφορές που
αψηφούν την ορθολογική συμπεριφορά που υποτίθεται ακολουθούν οι διεθνείς
δρώντες.  Για τον άνθρωπο του Μεσαίωνα έννοιες όπως η Βασιλεία του
Θεού, η Ύστατη Κρίση, η δύναμη της μετανοίας και του προσκυνήματος ήταν
άμεσες, σχεδόν απτές, κεντρικές και αυτονόητες για την προσωπική και
δημόσια ζωή, σε βαθμό δύσκολα κατανοητό ακόμη και για έναν σύγχρονο
πιστό.  Τη διάσταση αυτή καλύπτουν κονστρουκτιβιστικές θεωρίες (Tal
Dingott Alkopher 2006, Andrew Latham 2011), που δίνουν μεγάλη σημασία
στις συλλογικές νοοτροπίες (mentalite collective) της εποχής, οι οποίες,
ανεξαρτήτως του πως δημιουργήθηκαν, πλέον είχαν αυτονομηθεί από τους
δημιουργούς τους, επηρεάζοντας την πραγματικότητα ως «ζωντανοί
οργανισμοί».  Για την κατανόηση των Σταυροφοριών χρειάζεται γνώση
θεολογικών ζητημάτων όπως η αμαρτία, η μετάνοια, ο δίκαιος και ιερός
πόλεμος, η θέση της Εκκλησίας στον κόσμο.  Η προβολή των συγχρόνων
κρατοκεντρικών χαρακτηριστικών του συστήματος στο παρελθόν αδυνατεί να
συλλάβει το πνεύμα μίας εποχής, όπου ο πόλεμος ήταν επί της αρχής
υπόθεση της Εκκλησίας (δεύτερο ξίφος) και ο Θεός αντιπάλευε το Διάβολο
κατά κυριολεξίαν.  Η αναμόρφωση της δυτικής Εκκλησίας μετά το Γρηγόριο
Ζ’ σε κυρίαρχο πολιτικό μηχανισμό (σε συνδυασμό με την πνευματική
αναγέννηση που ακολούθησε) οδήγησε στην γέννηση της κοινωνικής
κατασκευής των Σταυροφοριών, η οποία μετέτρεψε τη στρατιωτική
αριστοκρατία σε militia Christi.  Από εκεί δημιουργήθηκαν μόνιμοι
μηχανισμοί εξαπόλυσης Σταυροφοριών, μία παράδοση που νομιμοποιούσε τις
ενέργειες αυτές, όπως και νέοι πολιτικοί και στρατιωτικοί θεσμοί
(Σταυροφορικά Κράτη, ιπποτικά μοναστικά τάγματα).

*φοιτητής διεθνών, ευρωπαϊκών και περιφερειακών σπουδών (mnovakopoulos.blogspot.gr)

ΜΑΡΙΟΣ ΝΟΒΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Η Ρωμαϊκή μεταμόρφωση από την Αρχαιότητα στο Μεσαί...

ΜΑΡΙΟΣ ΝΟΒΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Η Ρωμαϊκή μεταμόρφωση από την Αρχαιότητα στο Μεσαί...:

Γράφει ο Μάριος Νοβακόπουλος*

Μεσαίωνας και η ιδέα της αυτοκρατορίας

Την
Αρχαιότητα διαδέχεται ο λεγόμενος Μεσαίωνας, ο οποίος οριοθετείται
ενδεικτικά μεταξύ της πτώσεως της Δυτικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας το 476
και της Ανατολικής το 1453.  Η μακρότατη αυτή εποχή θα αποτελέσει τον
καιρό τελικής διαμορφώσεως του Ευρωπαϊκού και Μεσανατολικού κόσμου με τη
σημερινή περίπου μορφή τους.  Ο κόσμος της αρχαιότητος είτε θα διαλυθεί
βιαίως είτε θα μετασχηματιστεί ριζικά από επείγουσες ανάγκες και
καινοφανείς ιδέες.  Η ενότητα της ελληνορωμαϊκής Μεσογείου θα διασπαστεί
από τις γερμανικές εισβολές στα βορειοδυτικά (5ος αι.) και την αραβική
εξάπλωση στα νότια (7ος αι.).  Η απώλεια της Ανατολής και Αφρικής
παράλληλα με τον εκχριστιανισμό και εκλατινισμό των νέων κοινωνιών της
Εσπερίας θα ταυτίσει εν πολλοίς τον κόσμο της Χριστιανοσύνης με τη
γεωγραφία της Γηραιάς Ηπείρου.  Εκεί θα δημιουργηθούν οι συνθήκες για
την ανάπτυξη της έννοιας της «Ευρώπης».



Η
είσοδος του Μεσαίωνα γίνεται με την κατάρρευση ενός συστήματος
οικουμενικής εξουσίας, της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.  Η Ρώμη αξίωνε την
πολιτική κυριαρχία ολόκληρης της υφηλίου στο όνομα του Αυγούστου.  Το
imperium περιελάμβανε πλήθος λαών, θρησκειών και κοινωνικών συστημάτων,
στα οποία ευαγγελιζόταν την τάξη, την ασφάλεια και την ανάπτυξη υψηλού
υλικού και πνευματικού πολιτισμού, τα αγαθά της Ρωμαϊκής Ειρήνης (pax
romana).  Δεν υπήρχαν διακρίσεις καταγωγής, ιδίως μετά το διάταγμα του
Καρακάλλα το 212 μ.Χ. που απέδωσε σε όλους τους ελευθέρους υπηκόους την
ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη.  Η ενότητα διασφαλιζόταν από την υπακοή στο
ρωμαϊκό νόμο και τη λατρεία του θεοποιημένου αυτοκράτορος, που
υπερέβαινε την παραδοσιακή ανεξιθρησκία ως δήλωση νομιμοφροσύνης.  Η
άρνηση των χριστιανών να προβούν σε αυτήν την ιεροτελεστία ήταν βασική
αφορμή για τη δίωξη τους.

Η
αυτοκρατορία δεν ήταν απλώς ένα κράτος πολύ μεγάλης εκτάσεως.  Ήταν μία
ολοκληρωμένη τάξη πραγμάτων (ordo rerum) που λόγιζε εαυτόν ως έννοια
ταυτισμένη με τον πολιτισμό και την προηγμένη ανθρωπότητα.  Σε μία εποχή
που δεν υπήρχε η σύγχρονη έννοια του κράτους και της κυριαρχίας (θα
χρειαστούν οι ζυμώσεις πολλών αιώνων για να προκύψουν), το πρωτοφανές
της έκτασης, της ισχύος και της μακροβιότητας του Ρωμαϊκού κράτους έκανε
το αφήγημα αυτό εξαιρετικά πειστικό.  Η έννοια της κορυφαίας των εθνών
αυτοκρατορίας πήγαζε από τη Μέση Ανατολή, όπου μία σειρά λαών
οικοδόμησαν κράτη με αξιώσεις οικουμενικής παντοδυναμίας, με
προφανέστερο παράδειγμα την Περσία του «μεγάλου βασιλέως».  Αυτά τα
πρότυπα επηρέασαν έντονα την πολιτική των ελληνιστικών βασιλείων, τα
οποία παρ’ ότι με ρίζες στη μακεδονική φυλετική μοναρχία υιοθέτησαν
πολλά ανατολικά στοιχεία.  Η Ρώμη απομακρύνθηκε τις τελευταίες προ
Χριστού δεκαετίες από το σύστημα της πολιτείας (res publica) και της
μεικτής αριστοκρατικής-δημοκρατικής διακυβερνήσεως προς μία
συγκεκαλυμμένη μοναρχία, όταν ο Οκταβιανός Αύγουστος συγκέντρωσε όλους
τους πολιτειακούς τίτλους στο πρόσωπο του και κυβέρνησε ως «πρώτος
πολίτης» (princeps, 27 π.Χ.).  Αυτό το καθεστώς (principatus)
διατηρήθηκε ως τα τέλη του 3ου αιώνος οπότε ο Διοκλητιανός, στα πλαίσια
μεγάλων μεταρρυθμίσεων, αύξησε τις αυτοκρατορικές εξουσίες και εισήγαγε
ανατολικά-περσικά στοιχεία στο τελετουργικό και την απεικόνιση του
μονάρχη, ο οποίο από πρώτος πολίτης μετατράπηκε σε απόλυτο κύριο της
πολιτείας (dominus-dominatus, 284 μ.Χ.).

Όπως
αναφέρθηκε παραπάνω ο Χριστιανισμός αμφισβήτησε τη ρωμαϊκή εξουσία και
το δικαίωμα της να επιβάλει τη θρησκευτική λατρεία του αυτοκράτορα.  Οι
απηνείς διωγμοί έλαβαν τέλος μετά το διάταγμα των Μεδιολάνων το 313
(Κωνσταντίνος ο Μέγας, Λικίνιος), ενώ το 380 ο ορθόδοξος χριστιανισμός
έγινε επίσημη θρησκεία από το Θεοδόσιο Α’.  Οι χριστιανοί εναγκαλίζονται
το καθεστώς που μέχρι πρότινος τους κατέτρεχε.  Άλλωστε η έννοια της
οικουμενικής αυτοκρατορίας στη χριστιανική σκέψη ήταν πολύ αρχαιότερη. 
Σε αρκετά βιβλία της Γραφής, όπως η Αποκάλυψη του Ιωάννου και το βιβλίο
του Προφήτου Δανιήλ, η αντίληψη της ιστορίας συνίσταται σε έναν κύκλο
αυτοκρατοριών, όπου τελευταία φερόταν να είναι η Ρωμαϊκή.  Μετά την
πτώση αυτής δεν αναμενόταν απλώς η μεταβολή της πολιτικής καταστάσεως
αλλά η Ημέρα της Κρίσεως.

Το τέλος της αρχαιότητος και ο νέος κόσμος

Τον
3ο και 4ο αιώνα η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία πέρασε μεγάλες κρίσεις, ως
αποτέλεσμα πολιτικής αστάθειας, οικονομικής υφέσεως και ξένων εισβολών. 
Ο Διοκλητιανός επιχείρησε να αντιμετωπίσει τις πολλαπλές απειλές
διαιρώντας την αυτοκρατορία σε τμήματα, στο καθένα εκ των οποίων ένας
ξεχωριστός κυβερνήτης (Αύγουστος ή Καίσαρας) θα αναλάμβανε την άμυνα
κατά των βαρβάρων και την τοπική διοίκηση.  Το σύστημα της Τετραρχίας,
όπως ονομάστηκε, δεν διήρκεσε για πολύ, καθώς μετά την απόσυρση του
ιδίου του Διοκλητιανού οι διάδοχοι του ενεπλάκησαν σε μία σειρά εμφυλίων
πολέμων.  Νικητής σε αυτές τις συγκρούσεις αναδείχθηκε ο Μέγας
Κωνσταντίνος, ενώνοντας ξανά την αυτοκρατορία υπό μία εξουσία.  Όμως
αυτό δεν άλλαζε τη διαπίστωση πως η αυτοκρατορία ήταν πολύ μεγάλη για να
κυβερνηθεί ενιαία, ιδίως υπό το φως νέων προκλήσεων όπως οι
μεταναστεύσεις γερμανικών φύλων στο βορρά και η περσική επιθετικότητα
στην ανατολή.  Ο Κωνσταντίνος έκρινε πως η Ρώμη ήταν ακατάλληλη για
πρωτεύουσα και έτσι ίδρυσε μία νέα πόλη, η οποία θα ελάμβανε το όνομα
του, στην τοποθεσία του αρχαίου Βυζαντίου.  Τις επόμενες δεκαετίες η
αυτοκρατορία θα διαιρεθεί και θα επανενωθεί ξανά.  Το έτος ορόσημο όμως
για το μέλλον του ρωμαϊκού imperium ήταν το 395.  Πεθαίνοντας, ο
αυτοκράτορας Θεοδόσιος διαίρεσε το κράτος σου σε δύο τμήματα,
παραδίδοντας ένα σε κάθε υιό του.  Η ανατολή με κέντρο τη Νέα
Ρώμη-Κωνσταντινούπολη πέρασε στον Αρκάδιο ενώ η δύση με έδρα τη Ρώμη
(αργότερα τη Ραβέννα) στον Ονώριο.

Τα
δύο τμήματα, παρ’ ότι συνυπήρχαν ως ρωμαϊκές επαρχίες επί αιώνες, είχαν
μεγάλες διαφορές.  Η Ανατολική αυτοκρατορία ήταν πιο εύρωστη
οικονομικά, με μεγάλες πόλεις, κέντρα μαθήσεως και εμπορίου (Αντιόχεια,
Αλεξάνδρεια κ.α.).  Εκεί επικρατούσε η ελληνική γλώσσα και πολιτισμός,
ενώ η διείσδυση του Χριστιανισμού ήταν εντονότερη:  στα εδάφη της είχαν
λάβει και θα ελάμβαναν χώρα όλες οι Οικουμενικές Σύνοδοι, ανθούσε ο
μοναχισμός και είχαν δράσει οι περισσότεροι και επιφανέστεροι Πατέρες
της Εκκλησίας.  Η Δυτική από την άλλη ήταν λιγότερο ανεπτυγμένη, με
δευτερεύοντα αστικά κέντρα και με νεαρές και πιο σποραδικές ακόμη
χριστιανικές κοινότητες.  Κοινή γλώσσα ήταν η λατινική, κληρονομιά των
αρχαίων κατακτήσεων.

Και
οι δύο αυτοκρατορίες βρέθηκαν στη δίνη των βαρβαρικών εισβολών.  Είτε
ειρηνικά είτε διά της βίας πληθώρα λαών εισχώρησαν στην αυτοκρατορική
επικράτεια.  Η δημογραφική αλλαγή, η διείσδυση τους στο ρωμαϊκό
στράτευμα, η αδυναμία αφομοιώσεως και η ουσιαστική απώλεια ελέγχου όλο
και περισσοτέρων επαρχιών οδήγησε στην κατάρρευση της Δυτικής Ρωμαϊκής
αυτοκρατορίας μέσα σε λιγότερο από έναν αιώνα.  Συντετριμμένο από τις
επιδρομές των Ούννων και ακρωτηριασμένο από τα γερμανικά φύλα που μέσα
στα εδάφη του σχημάτιζαν ανεξάρτητα βασίλεια, το δυτικό μισό του
imperium έσβησε το 476, αφού πρώτα είδε την πρωτεύουσα του Ρώμη να
λεηλατείται (410).  Πλέον στα ερείπια της Ρωμαϊκής Ειρήνης σχηματίζεται ο
νέος κόσμος των Γερμανών:  οι Αγγλοσάξονες στη Βρετανία, οι Φράγκοι και
οι Βουργούνδιοι στη Γαλατία, οι Οστρογότθοι στην Ιταλία και οι
Βησιγότθοι στην Ισπανία.  Αντιθέτως η Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία
αντιμετώπισε πιο επιτυχημένα τις εισβολές.  Με τα τείχη της
Κωνσταντινουπόλεως να αποτελούν την ακαταμάχητη γραμμή εσχάτου αμύνης,
οι Ανατολικοί μπόρεσαν να αποκρούσουν τις βαρβαρικές εισβολές ή με
διπλωματικά μέσα να τις εκτρέψουν προς δυσμάς.  Η εισχώρηση Γότθων στη
διοίκηση και το στρατό υπήρξε περιορισμένη και όταν απείλησε να γίνει
επικίνδυνη κατεπνίγη αιματηρά ύστερα από λαϊκή αντίδραση.  Έτσι μετά το
476 έμεινε μόνο μία Ρωμαϊκή αυτοκρατορία με μόνον έναν Αύγουστο. 

Ενώ
η εκχριστιανισμένη ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα συνέχισε το βίο της μέσα
στη βασιλεία της Κωνσταντινουπόλεως, που θα γίνει γνωστή ως Βυζάντιο,
ένας νέο κόσμος γεννιόταν στη Δύση.  Μέσα από το χάος του πρωίμου
Μεσαίωνος θα αναδυθεί μία νέα τάξη και ένας καινούριος πολιτισμός.

Από τους βαρβάρους στον Καρλομάγνο

Τα
νέα κράτη της δυτικής Ευρώπης είχαν προκύψει μεν από την κατάλυση της
ρωμαϊκής εξουσίας, όμως αντιλαμβάνονταν εαυτούς ως μετόχους της.  Ο
ρωμαϊκός κόσμος είχε μόλις σβήσει και η αίγλη του ήταν ακόμη ισχυρή. 
Μέσα στις νέες γερμανικές γλώσσες και τα φυλετικά νομικά συστήματα
διασώθηκε η λατινική ως γλώσσα της διοικήσεως και των γραμμάτων και το
ρωμαϊκό δίκαιο για να ρυθμίζει τις ανάγκες της διακυβερνήσεως.  Με έδρα
τη Ρώμη η Δυτική Εκκλησία εξαπλωνόταν, εκτοπίζοντας τον παγανισμό και
τις αιρέσεις.  Τα μοναστήρια έγιναν κυψέλες μορφώσεως, ενώ επίσκοποι
αναλάμβαναν τη δημόσια διοίκηση και κοινωνική πρόνοια.  Επισήμως τα
γερμανικά βασίλεια υφίσταντο την προϊστασία του αυτοκράτορος της
Κωνσταντινουπόλεως.  Εκείνος τους έχριε «αντιβασιλείς», ενώ εκείνοι
εξέδιδαν νόμους εξ ονόματος του και έκοβαν νομίσματα με τη μορφή του. 
Ήταν η πρώτη μορφή του Βυζαντινού συστήματος:  αφού η αυτοκρατορία δεν
ήλεγχε άμεσα τις δυτικές επαρχίες, δημιουργήθηκε ένα δίκτυο όπου ασκούσε
τυπική επικυριαρχία.

Αυτό
το καθεστώς που έδινε στο Βυζάντιο τον τελευταίο λόγο για τα
τεκταινόμενα των βαρβαρικών βασιλείων θα εκμεταλλευτεί ο Ιουστινιανός
(527-565), τελευταίος λατινόφωνος αυτοκράτορας της Ανατολής.  Το μεγάλο
του όραμα για αποκατάσταση (renovatio) της δυτικής αυτοκρατορίας τέθηκε
σε εφαρμογή χρησιμοποιώντας αφορμές προερχόμενες από δυναστικές διαμάχες
στα γερμανικά κράτη.  Μέσα σε μία εικοσαετία οι βυζαντινοί στρατοί και
στόλοι διέλυσαν τα κράτη των Οστρογότθων στην Ιταλία και των Βανδάλων
στην Αφρική, ενώ απέκοψαν τη νότιο Ισπανία από το βησιγοτθικό έλεγχο. 
Το νέο καθεστώς όμως αποδείχθηκε εύθραυστο.

Στο
σημείο αυτό εισέρχεται η Εκκλησία της Ρώμης με τον επίσκοπο της, τον
πάπα.  Η παποσύνη είχε ήδη από την εποχή των πρώτων συνόδων αναγνωριστεί
ως η κορυφαία εκκλησιαστική αρχή της Χριστιανοσύνης, χωρίς όμως να έχει
«μοναρχικές» εξουσίες:  τη διακυβέρνηση της Εκκλησίας ασκούσε η
Πενταρχία των Πατριαρχείων (Ρώμη, Κωνσταντινούπολη, Αλεξάνδρεια,
Αντιόχεια, Ιερουσαλήμ).  Στη δύση όμως είχε την απόλυτη δικαιοδοσία και
καθώς η αυτοκρατορία βρισκόταν μακριά, ο πάπας έπρεπε να δρα
αυτοβούλως.  Καθώς ο χριστιανισμός διαδιδόταν και η επιρροή της
Εκκλησίας στις βαρβαρικές κοινωνίες εδραιωνόταν, η παποσύνη έγινε η
βασική ενοποιούσα αρχή της δυτικής Ευρώπης, πρώτα πνευματικά και ύστερα
πολιτικά.  Με την ανάκτηση του Ιουστινιανού η Εκκλησία της Ρώμης βρέθηκε
ξανά υπό άμεση αυτοκρατορική κυριαρχία.  Εκείνη την περίοδο ελληνόφωνα
και ελληνογενή στοιχεία κυριαρχούσαν στο θρόνο του Αγίου Πέτρου.

Προς
τα τέλη του 6ου αιώνος το βυζαντινό καθεστώς στην Ιταλία άρχισε να
αποδυναμώνεται.  Η κακοδιοίκηση οδήγησε στην αποξένωση του πληθυσμού και
την πτώση μεγάλων τμημάτων της χώρας στη φυλή των Λογγοβάρδων.  Τον 7ο
αιώνα η κατάσταση επιδεινώθηκε, καθώς σφυροκοπούμενο από τη Σασσανιδική
Περσία αρχικά και το Ισλαμικό Χαλιφάτο αργότερα το Βυζάντιο δεν μπορούσε
να μεριμνήσει για την άμυνα των δυτικών κτήσεων.  Ακόμη χειρότερα, το
726 ο αυτοκράτορας Λέων Γ’ Ίσαυρος εγκαινίασε την εικονομαχική του
πολιτική δημιουργώντας πάθη και ρήγματα στην Εκκλησία.  Ο πάπας
Γρηγόριος Β’ αναθεμάτισε τον αυτοκράτορα, ενώ τα στρατεύματα της Ιταλίας
και της νοτίου Ελλάδος εξεγέρθηκαν και προσπάθησαν να ανατρέψουν τον
Λέοντα.  Μετά την καταναυμάχηση όμως του στόλου τον ορθοδόξων (727) η
στάση κατεπνίγη.  Ο πάπας Γρηγόριος Γ’ (ο τελευταίος που για την εκλογή
του ζητήθηκε η έγκριση βυζαντινού διοικητού) επανέλαβε τον αφορισμό του
Λέοντος, και εκείνος ως αντίποινα απέσπασε την εξαρχία του Ιλλυρικού
(Ελλάδα και Δυτικά Βαλκάνια) και τη Νότιο Ιταλία από τη Ρώμη και την
έθεσε υπό τη δικαιοδοσία του πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως (740).

Το
752 ο πάπας Στέφανος Β’, απελπισμένος από την προέλαση των Λογγοβάρδων
και την οριστική κατάρρευση της βυζαντινής διοίκησης στην Ιταλία, πέρασε
τις Άλπεις και πήγε στη Γαλατία, όπου ικέτευσε τον Πεπίνο το Βραχύ,
βασιλέα των Φράγκων (το μόνο ισχυρό δυτικό βασίλειο υπό την πνευματική
επιρροή της Ρώμης) να σπεύσει προς βοήθεια του.  Έδωσε μάλιστα σε αυτόν
και τους γιους του τον τίτλο του «πατρικίου των Ρωμαίων».  Ο Πεπίνος
εξεστράτευσε στην Ιταλία και συνέτριψε τους Λογγοβάρδους.  Τα εδάφη που
ανακατέλαβε στην κεντρική Ιταλία τα παρέδωσε στον πάπα να τα κυβερνά ο
ίδιος.  Αυτή η απόσπαση πρώην βυζαντινών κτήσεων για τη δημιουργία του
πρώτου παπικού κράτους και η αναβάθμιση του επισκόπου Ρώμης από ιεράρχη
σε κοσμικό κυβερνήτη υπήρξαν κομβικά σημεία για την άνοδο του γοήτρου
και της πολιτικής ισχύος του.  Ο διάδοχος του Πεπίνου Καρλομάγνος
κατατρόπωσε οριστικά τους Λογγοβάρδους και τα Χριστούγεννα του 800
στέφθηκε Ρωμαίος αυτοκράτορας, με τη δικαιολογία πως στον ανατολικό
θρόνο βρισκόταν μία γυναίκα (Ειρήνη η Αθηναία).

Η
στέψη του Καρλομάγνου υπήρξε η στιγμή γέννησης του δυτικού συστήματος,
καθώς ο φιλόδοξος μονάρχης θέλησε να αναστηλώσει την παλαιά αυτοκρατορία
σε νέα μορφή, έναν κόσμο με ρωμαϊκή βάση, χριστιανική πίστη και
φραγκική πολιτική εξουσία.  Η ιστορία βρέθηκε ενώπιον «δύο εναλλακτικών
ειδών σχέσεων αυτοκρατορίας και Εκκλησίας, με δύο αυτοκρατορικές γραμμές
καταγωγής από τη Ρώμη».  Βλέποντας αυτό ως σφετερισμό του ρωμαϊκού
ονόματος και του αυτοκρατορικού τίτλου αλλά και ως υπέρβαση καθηκόντων
από πλευράς του πάπα, το Βυζάντιο αντέδρασε με οργή.  Η σύγκρουση
εκφράστηκε ως στρατιωτικός ανταγωνισμός στη Βενετία, τις δαλματικές
ακτές και την κάτω Ιταλία (ακόμη υπό βυζαντινό έλεγχο).  Το 812 θα
βρεθεί κάποιος συμβιβασμός, με τον Μιχαήλ Α’ να αναγνωρίζει στον
Καρλομάγνο τον τίτλο του αυτοκράτορος (imperator), αλλά όχι των Ρωμαίων
και με δικαιοδοσία μόνο στη Δύση.  Βέβαια, η ύπαρξη δύο χριστιανικών
αυτοκρατοριών-κοσμοκρατοριών (και δη ρωμαϊκών)  αποτελεί οντολογική
ανωμαλία:  για αυτό άλλωστε αυτή η αναγνώριση ποτέ δεν έγινε πραγματικά
παραδεκτή από τη βυζαντινή εξουσία και κοινωνία.  Διεκδικώντας την ίδια
κληρονομιά και την ίδια ταυτότητα, οι δύο κόσμοι θα βρίσκονταν έκτοτε σε
μόνιμη κατάσταση καχυποψίας.  Την ίδια περίοδο διεφάνησαν και οι πρώτες
θεολογικές διαφωνίες, που θα εκτεθούν στο κύριο μέρος του πονήματος.

Μετά
τον Καρλομάγνο η αυτοκρατορία του διασπάστηκε και παρήκμασε, ο δε
ρωμαϊκός τίτλος έπεσε σε αχρηστία μετά το 924.  Αντιστρόφως εκείνη
περίοδος συνέπεσε με τη μεγάλη ανάκαμψη του Βυζαντίου, την αντεπίθεση
κατά των Αράβων και τη μεγάλη ακμή της Μακεδονικής δυναστείας.  Το 962 ο
Όθων ο Μέγας απέκρουσε τις εισβολές των Μαγυάρων (Ούγγρων) και ένωσε
ξανά το ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας (Γερμανία-Ιταλία) υπό μία
ενιαία αρχή, στεφόμενος από τον πάπα ηγεμόνας της «Αγίας Ρωμαϊκής
αυτοκρατορίας».  Η νέα δύναμη επιδίωξε να έρθει σε συνεννόηση με το
Βυζάντιο, την ίδια όμως στιγμή που εισέβαλε στα ιταλικά του εδάφη.  Ο
αυτοκράτορας Νικηφόρος Β’ Φωκάς επεφύλαξε σκληρή υποδοχή στον
απεσταλμένο του Όθωνος Λιουτπράνδο και οι διαπραγματεύσεις ναυάγησαν,
καθώς οι Γερμανοί δεν τον αναγνώριζαν παρά ως «imperator Graecorum»,
αυτοκράτορα των Ελλήνων.  Επί του διαδόχου του Ιωάννη Α’ Τσιμισκή
επετεύχθη συμβιβασμός όσον αφορά τους αυτοκρατορικούς τίτλους αλλά και
την κατανομή των σφαιρών επιρροής στην Ιταλία.  Στο διάστημα μέχρι το
σχίσμα οι σχέσεις των δύο αυτοκρατοριών θα περάσουν σε δεύτερο επίπεδο,
ενώ το Βυζάντιο ανέρχεται στο αποκορύφωμα της ισχύος του, την οποία θα
διαδεχθεί η αργή φθορά (μέσα 11ου αιώνος).

*φοιτηής διεθνών, ευρωπαϊκών και περιφερειακών σπουδών (mnovakopoulos.blogspot.gr)

ΜΑΡΙΟΣ ΝΟΒΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Φεουδαρχία και η διαμόρφωση της μεσαιωνικής Δύσης

ΜΑΡΙΟΣ ΝΟΒΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Φεουδαρχία και η διαμόρφωση της μεσαιωνικής Δύσης:

Γράφει ο Μάριος Νοβακόπουλος*

Οι
νέες δυνάμεις που αντικατέστησαν τη ρωμαϊκή εξουσία στη Δύση σε καμία
περίπτωση δε συνιστούσαν οργανωμένα κράτη με γραφειοκρατική δομή. 
Επρόκειτο για φυλετικά βασίλεια με βάση έναν αρχηγό και πολεμιστές οι
οποίοι του όφειλαν πίστη.  Οι γερμανικές φυλές που αποίκισαν περιοχές
από τη Βρετανία μέχρι την Καρχηδόνα είχαν στοιχειωδέστατη εμπειρία
σταθερής διακυβερνήσεως, για αυτό και στηρίχθηκαν στην παλαιά ρωμαϊκή
αριστοκρατία ή την Εκκλησία για να αναλάβουν αρμοδιότητες όπως η
δημοσιονομική διαχείριση, η τήρηση αρχείων και η παιδεία.  Αυτή η
κατάσταση, μαζί με την οικονομική οπισθοδρόμηση, την κατάρρευση του
μορφωτικού επιπέδου και τις δύσκολες συγκοινωνίες καθιστούσαν τη
συγκεντρωτική διακυβέρνηση αδύνατη. 

Κάθε τοπικός πολέμαρχος, διοικητής ή επίσκοπος έπρεπε να αντιμετωπίζει
εκ των ενόντων τις απειλές και ανάγκες στην περιφέρεια του.  Η κατάσταση
ήταν ακόμη πιο χαώδης σε «διεθνές» επίπεδο:  αντί της Δυτικής Ρωμαϊκής
αυτοκρατορίας υπήρχαν πολλά μικρά βασίλεια σε διαρκή διαπάλη αναμεταξύ
τους και χωρίς δεσμούς ενότητος ή ένα κοινό σημείο αναφοράς.  Η
επικυριαρχία της Κωνσταντινουπόλεως δεν αναγνωριζόταν από όλους και
λαμβανόταν σοβαρά υπ’ όψιν από ακόμη λιγότερους.

Η
άνοδος των Φράγκων, με αποκορύφωμα την Καρολίγγειο αυτοκρατορία, έδωσε
στη δυτική Ευρώπη ξανά κάποια στοιχεία πολιτικής ενότητος και
ιδεολογικής συνοχής, μέσω της κατά κάποιον τρόπο αναστηλώσεως του
ρωμαϊκού παρελθόντος.  Ταυτοχρόνως πήρε συγκεκριμένη μορφή η σχέση
κέντρου-περιφερείας.  Ο Καρλομάγνος σχημάτισε στις συνοριακές επαρχίες
τις «μάρκες», εδαφικές μονάδες πολιτικής και στρατιωτικής εξουσίας υπό
τον έλεγχο ενός μαρκησίου.  Οι μαρκήσιοι και άλλοι ισχυροί γαιοκτήμονες
ως αντάλλαγμα της εξουσίας τους συντηρούσαν στρατεύματα τα οποία έθεταν
στη διάθεση του αυτοκράτορος όποτε ανέκυπτε ανάγκη.  Το σύστημα αυτό
αναπτύχθηκε εντονότερα μετά το θάνατο του Καρλομάγνου.  Η ενότητα του
κράτους διασπάστηκε μέσα από τους πολέμους των εγγονών του, ενώ οι
καταστροφικές επιδρομές των Βίκινγκς ώθησαν τις στρατιωτικές δυνάμεις
των Φράγκων στα άκρα.  Πλέον η εξουσία των βασιλέων άρχισε να εξασθενεί,
καθώς οι αμυντικές ανάγκες επέβαλαν ολοένα και μεγαλύτερη αποκέντρωση
της εξουσίας.  Οι πολεμικές υπηρεσίες ανταμείβοντο σε γη, με αποτέλεσμα
ολοένα και λιγότερα εδάφη να μένουν υπό άμεσο βασιλικό έλεγχο.  Αυτός ο
εκφυλισμός οδήγησε στην εδραίωση ενός καθεστώτος που ονομάστηκε της
φεουδαρχίας.

Το
φεουδαρχικό σύστημα βασίζεται στο δεσμό μεταξύ του αφέντη και του
υποτελή (βασσάλος, λίζιος).  Ο βασιλέας εμπιστευόταν ένα τμήμα γης
(φέουδο) σε έναν από τους υπηκόους του.  Ο υπήκοος αυτός, γινόμενος
μέλος της ισχυρής στρατιωτικής αριστοκρατίας μπορούσε να εκμεταλλευτεί
οικονομικά την περιοχή αυτή, υπό τον όρο να αποδίδει τμήμα των φόρων στο
βασιλέα του και να συντηρεί στρατεύματα τα οποία θα του διαθέτει εν
καιρώ πολέμου.  Αυτοί οι ευγενείς είχαν με τη σειρά τους δικούς τους
υποτελείς, οι οποίο αντιστοίχως ελάμβαναν τμήμα του φεούδου με
αντάλλαγμα πολεμικές υπηρεσίες και ούτω καθ’ εξής, δημιουργώντας μία
περίπλοκη ιεραρχία από τον  υψηλόβαθμο δούκα μέχρι τον ταπεινό ιππότη.  Ο
τρόπος του πολέμου κατέστησε τους φεουδάρχες πολύ ισχυρούς, καθώς οι
μάζες των πρόχειρα εξοπλισμένων χωρικών αντικαταστάθηκαν από τους
στρατούς βαριά (και ακριβά) θωρακισμένων ιππέων με τους ακολούθους
τους.  Ταυτόχρονα οι κατοικίες και τα στρατόπεδα των ευγενών εξελίχθηκαν
στα λίθινα, πελώρια κάστρα που σώζονται σήμερα.  Χωρίς αντίστοιχη
εξέλιξη στη βαλλιστική και πολιορκητική τεχνολογία, ο ιππότης έγινε ο
αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος του πεδίου της μάχης και το κάστρο αποσπέλαστο
εμπόδιο σε κάθε βασιλιά που ήθελε να ελέγχει πιο στενά τους υποτελείς
του.  Στο κατώτερο σημείο τη ιεραρχία βρίσκονταν οι εξαρτημένοι αγρότες
(δουλοπάροικοι), οι οποίοι εργάζονταν για τον τοπικό αφέντη με
αντάλλαγμα εκείνος να τους προστατεύει από ληστές, επιδρομείς κ.α.  Έτσι
συμπληρωνόταν η τριμερής διαίρεση της κοινωνίας, υπόδειγμα τυπικά
φεουδαλικό-μεσαιωνικό αλλά ταυτοχρόνως επαναλαμβανόμενο στους
ινδοευρωπαϊκούς πολιτισμούς:  πολεμιστές (ευγενείς, ιππότες),
εργαζόμενοι (κυρίως αγρότες αλλά και οι επαγγελματίες των πόλεων, που
όμως τότε είχαν πολύ λίγο αναπτυχθεί) και ιερωμένοι.

Η
φεουδαρχική σχέση επικυρωνόταν με επίσημη τελετή, όπου ο υποτελής
ορκιζόταν υποταγή και πίστη στον άρχοντα του, και με τη σειρά του ο
τελευταίος τον ασπαζόταν και τον ανακήρυττε φεουδάρχη.  Τη φεουδαρχική
κοινωνία διέτρεχε η θεμελιώδης αρχή της πίστεως (fidelitas).  Η
ιεραρχική εξουσία βασιζόταν στην ιερότητα του όρκου, την ακεραιότητα του
«λόγου της τιμής» και την «καλή τη πίστει» προσωπική ανθρώπινη
προσέγγιση.  Η θεμελιώδης σημασία της προσωπικής τιμής αλλά και η
επιφύλαξη θείας καταδίκης για τον επίορκο αποτελούσαν ισχυρές, αλλά όχι
άτρωτες εγγυήσεις για την ευρυθμία του συστήματος.  Αυτή η μέθεξη της
αρχαίας αφοσίωσης του πολεμιστή στον αρχηγό του μαζί με τις χριστιανικές
αρετές σφυρηλάτησε τον κώδικα ηθικής της ιπποσύνης (chevalerie).  Στο
πρόσωπο του ιππότου, του χαμηλοβάθμου φεουδάρχου και συνήθως νεαρού
πολεμιστή αποτυπώθηκαν τα ιδανικά της μεσαιωνικής κοινωνίας όπως η
ανδρεία, η πίστη στον αφέντη και την Εκκλησία, η προστασία των αδυνάμων
και η αυτοθυσία.  Από εκεί αναπτύχθηκε το πρότυπο του χριστιανού
στρατιώτου, όπως θα φανεί στις Σταυροφορίες.

*φοιτητής διεθνών, ευρωπαϊκών και περιφερειακών σπουδών (mnovakopoulos.blogspot.gr)

ΜΑΡΙΟΣ ΝΟΒΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Το Σχίσμα των Εκκλησιών: μία σύντομη ιστορία

ΜΑΡΙΟΣ ΝΟΒΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Το Σχίσμα των Εκκλησιών: μία σύντομη ιστορία:

Γράφει ο Μάριος Νοβακόπουλος*
Οι σχέσεις ανάμεσα στην παποσύνη και τα ανατολικά πατριαρχεία υπήρξαν
συχνά τεταμένες.  Η διαπλοκή στους πολιτικούς ανταγωνισμούς, οι διαμάχες
δικαιοδοσίας και οι θεολογικές αποκλίσεις οδήγησαν αρκετές φορές σε
ανοικτή ρήξη.  Τους πρώτους αιώνες οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες επενέβησαν
βίαια στα θρησκευτικά ζητήματα ζητώντας είτε να επιβάλουν τη συμφιλίωση
της Εκκλησίας με αιρετικές ομάδες όπως οι Μονοφυσίτες («Ενωτικόν»
Ζήνωνος, Μονοθελητισμός κ.α.) είτε για να αλλάξουν τα πιστεύω της, όπως
έγινε στην περίπτωση της Εικονομαχίας.  Σε αυτές τις περιπτώσεις η Ρώμη
υπήρξε ο υπερασπιστής της εκκλησιαστικής ορθοδοξίας και σημείο αναφοράς
των διωκομένων χριστιανών.  Η Εικονομαχία έριξε οριστικά με την
αναστήλωση του 843, όμως είχε μεσολαβήσει η παπική ανεξαρτητοποίηση και η
άνοδος της Καρολιγγείου αυτοκρατορίας, με ότι αυτό συνεπάγεται για το
διμερές κλίμα.


Τη δεκαετία του 860 θα ξεσπάσει σοβαρή κρίση ανάμεσα στη Ρώμη και την
Κωνσταντινούπολη, με αφορμή την ενθρόνιση στο θρόνο της δεύτερης του
πατριάρχου Φωτίου.  Ο πάπας Νικόλαος έκρινε πως η αναρρίχηση του Φωτίου
από τη θέση του διακόνου στον πατριαρχικό θρόνο εντός εβδομάδος ήταν
αντικανονική και ζήτησε την επάνοδο του καθαιρεθέντος πατριάρχου
Ιγνατίου στη θέση του.    Ο Φώτιος αντέδρασε στις παπικές κατηγορίες
υπερασπιζόμενος την αυτονομία του οικουμενικού πατριαρχείου και
καταγγέλλοντας δυτικές καινοτομίες όπως η προσθήκη του «filioque» στο
Σύμβολο της Πίστεως, η αγαμία του κλήρου και η χρήση αζύμου άρτου στη
Θεία Ευχαριστία ως αιρετικές.  Το ζήτημα συνέπεσε με την έκρηξη της
βυζαντινής ιεραποστολικής δραστηριότητος, η οποία έφερε το χριστιανισμό
στους Σλάβους της Μοραβίας και της Βουλγαρίας.  Η δυτική επιθετικότητα
εκφράστηκε τόσο με την παπική απόπειρα να υφαρπαγεί η νεοσύστατη
βουλγαρική Εκκλησία όσο και με την κατάκτηση της Μοραβίας από τους
Βαυαρούς Φράγκους, συνοδευόμενη από τη βίαιη διάλυση της εκκλησιαστικής
τάξεως που μόλις είχαν εγκαθιδρύσει οι Βυζαντινοί.  Το 867 ο νέος
αυτοκράτορας Βασίλειος Α’ καθαίρεσε το Φώτιο και αποκατέστησε τον
Ιγνάτιο.  Η κρίση τυπικώς έληξε με τη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως του
879-880 (Η’ Οικουμενική) όπου ο επιστρέψας πατριάρχης Φώτιος
αναγνωρίστηκε από τη Ρώμη.  Τον επόμενο ένα και μισό αιώνα οι σχέσεις
Πρεσβυτέρας και Νεοτέρας Ρώμης υπήρξαν ψυχρές.  Οι δογματικές διαφορές
δεν επουλώθηκαν και ουσιαστικώς οι δύο Εκκλησίες συνέχιζαν να θεωρούνται
σε ένωση επειδή δεν είχε παρουσιαστεί κάποια αφορμή για επίσημη ρήξη. 
Το 1004 η παποσύνη επισήμως εισήγαγε το filioque στο «Πιστεύω» και
έκτοτε η Κωνσταντινούπολη σταμάτησε να μνημονεύει τον πάπα στα
πατριαρχικά δίπτυχα.  Η μοιραία όμως σύγκρουση θα ελάμβανε χώρε πενήντα
έτη αργότερα.
Στις αρχές του 1050 οι Νορμανδοί μισθοφόροι της Κάτω Ιταλίας είχαν
εξεγερθεί ανοικτά εναντίον των Βυζαντινών, Λομβαρδών και Σαρακηνών
εργοδοτών τους.  Αξιοποιώντας τη διάσπαση των αντιπάλων τους και την
εντυπωσιακή πολεμική τους δεινότητα, οι Νορμανδοί μπόρεσαν να
κυριαρχήσουν σε μεγάλα τμήματα του ιταλικού νότου πιέζοντας αφόρητα όχι
μόνο τους Βυζαντινούς (σε μία εποχή που η αυτοκρατορία έκανε εμφανή τα
πρώτα σημάδια φθοράς) αλλά και την ίδια την παποσύνη, απειλώντας τα
εδάφη της.  Ταυτοχρόνως όμως οι Νορμανδοί ήταν χριστιανοί που
ακολουθούσαν τις δυτικές πρακτικές.  Κυριαρχώντας λοιπών στις
ελληνόφωνες, βυζαντινές περιοχές επέβαλαν στις εκκλησίες είτε να
ακολουθήσουν το λατινικό τυπικό (άζυμα κ.α.) είτε να κλείσουν.  Αυτή η
εξέλιξη δυναμίτισε τις προσπάθειες του πάπα και του Βυζαντινού
αυτοκράτορος για οργάνωση κοινής αμύνης κατά των Νορμανδών.  Το 1053 ο
μητροπολίτης Αχρίδος Λέων κοινοποίησε εγκύκλιο στους δυτικούς επισκόπους
όπου καυτηρίαζε τη χρήση αζύμων, ενώ ο πατριάρχης Μιχαήλ Κηρουλάριος
διέταξε να κλείσουν οι λατινικές ενορίες της Κωνσταντινουπόλεως σε
αντίποινα για τα γεγονότα της Ιταλίας.  Ο πάπας Λέων Θ’ αντέδρασε
αποστέλλοντας τριμελή πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη, με επικεφαλής τον
καρδινάλιο Ουμβέρτο. Ο πάπας του εμπιστεύθηκε επιστολές προς τον
αυτοκράτορα και τον πατριάρχη, ενώ παράλληλα τον εξουσιοδότησε να τους
αφορίσει εάν η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη.
Οι διαπραγματεύσεις δεν κύλισαν καθόλου ομαλά.  Οι παπικοί εκπρόσωποι
διατράνωσαν τα πρωτεία της Ρώμης και αμφισβήτησαν το δικαίωμα του
πατριάρχη να ονομάζεται οικουμενικός.  Στη ρήξη συνέβαλε και ο
χαρακτήρας των διαπραγματευομένων, καθώς ο φιλόδοξος και αλαζονικός
Κηρουλάριος δεν μπόρεσε να συνεννοηθεί με τον αδιάλλακτο και πείσμωνα
Ουμβέρτο.  Με τις συνομιλίες να οδηγούνται σε αδιέξοδο, στις 16 Ιουλίου
του 1054 οι παπικοί εκπρόσωποι μπήκαν στην Αγία Σοφία ενώ προετοιμαζόταν
η Θεία Λειτουργία και κατέθεσαν βούλα με την οποία αναθεμάτιζαν τον
Κηρουλάριο.  Ο πατριάρχης συγκάλεσε άμεσα σύνοδο και ανταπέδωσε τον
αφορισμό κατά του Ουμβέρτου και της συνοδείας του.
Ήταν ένα κοσμοϊστορικό γεγονός, στην πραγματικότητα όμως η τυπική
επίδραση του ήταν μικρή και η ουσιαστική θα μπορούσε να είχε παραμείνει
το ίδιο.  Ο πάπας είχε πεθάνει προ τριών μηνών συνεπώς το ανάθεμα που
κατατέθηκε στην Αγία Σοφία ήταν άκυρο.  Οι αφορισμοί περιορίστηκαν σε
έναν συγκεκριμένο πατριάρχη και τρεις λεγάτους, χωρίς να επεκτείνονται
στο σύνολο της Εκκλησίας.  Τέτοια περιστατικά είχαν συμβεί και στο
παρελθόν αλλά ύστερα βρισκόταν κάποιος συμβιβασμός.  Οι ιστορικοί της
εποχής περιγράφουν το γεγονός δίχως να του δίνουν ιδιαίτερη βαρύτητα. 
Το Σχίσμα του 1054 αποδείχθηκε οριστικό πολλούς αιώνες αργότερα.  Οι δύο
Εκκλησίες, με όλην την ψυχρότητα και αντιπάθεια που είχε δημιουργηθεί,
θεωρούσαν η μία την άλλη αδελφή, έστω άσπονδη.  Σε άμεσο επίπεδο πιο
σημαντικές ήταν οι πολιτικές συνέπειες.  Με το ναυάγιο της
βυζαντινο-παπικής προσεγγίσεως, η Ρώμη επέλεξε τη συμφιλίωση με τους
Νορμανδούς, οι οποίοι συνέχισαν ακάθεκτοι την εκπαραθύρωση των
Βυζαντινών από την Ιταλία.
Το Σχίσμα θα οριστικοποιείτο με τη δυσμενή εξέλιξη των Σταυροφοριών.
*φοιτητής διεθνών, ευρωπαϊκών και περιφερειακών σπουδών (mnovakopoulos.blogspot.gr)



Τετάρτη, 11 Απριλίου 2018

Οι μεγάλοι βουβοί της ιστορίας και το δυστύχημα του Ελληνισμού




Ο άνθρωπος είναι ζώο κοινωνικό, το οποίο ορίζεται σε τεράστιο βαθμό από την αλληλεπίδραση και επικοινωνία του με τους ομοίους του περιβάλλοντος του.  Η ταυτότητα, οι τρόποι και οι σκέψεις του καθενός διαμορφώνονται από τι ακούει και διαβάζει από όσα λένε, γράφουν και αποτυπώνουν σε εικόνα οι γύρω του, και βέβαια από ό,τι βλέπει με τα ίδια του τα μάτια.  Το περιεχόμενο του χαρακτήρα μας, οι εμπειρίες και τα βιώματα μας υπάρχουν μέσα στο μυαλό μας, άλλοτε πιο σαφή και άλλοτε συγκεχυμένα, και η εξωτερίκευση τους απαιτεί μία συγκεκριμένη διαδικασία.  

Η πρώτη περίοδος μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως - Ο Βησσαρίων, το...