"Είμαστε ένας λαός με παλικαρίσια ψυχή, που κράτησε τα βαθιά κοιτάσματα της μνήμης του σε καιρούς ακμής και σε αιώνες διωγμών και άδειων λόγων. Τώρα που ο τριγυρινός μας κόσμος μοιάζει να θέλει να μας κάνει τρόφιμους ενός οικουμενικού πανδοχείου, θα την απαρνηθούμε άραγε αυτή τη μνήμη; Θα το παραδεχτούμε τάχα να γίνουμε απόκληροι"

Γιώργος Σεφέρης

Τετάρτη 18 Απριλίου 2018

ΜΑΡΙΟΣ ΝΟΒΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Φεουδαρχία και η διαμόρφωση της μεσαιωνικής Δύσης

ΜΑΡΙΟΣ ΝΟΒΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Φεουδαρχία και η διαμόρφωση της μεσαιωνικής Δύσης:

Γράφει ο Μάριος Νοβακόπουλος*

Οι
νέες δυνάμεις που αντικατέστησαν τη ρωμαϊκή εξουσία στη Δύση σε καμία
περίπτωση δε συνιστούσαν οργανωμένα κράτη με γραφειοκρατική δομή. 
Επρόκειτο για φυλετικά βασίλεια με βάση έναν αρχηγό και πολεμιστές οι
οποίοι του όφειλαν πίστη.  Οι γερμανικές φυλές που αποίκισαν περιοχές
από τη Βρετανία μέχρι την Καρχηδόνα είχαν στοιχειωδέστατη εμπειρία
σταθερής διακυβερνήσεως, για αυτό και στηρίχθηκαν στην παλαιά ρωμαϊκή
αριστοκρατία ή την Εκκλησία για να αναλάβουν αρμοδιότητες όπως η
δημοσιονομική διαχείριση, η τήρηση αρχείων και η παιδεία.  Αυτή η
κατάσταση, μαζί με την οικονομική οπισθοδρόμηση, την κατάρρευση του
μορφωτικού επιπέδου και τις δύσκολες συγκοινωνίες καθιστούσαν τη
συγκεντρωτική διακυβέρνηση αδύνατη. 

Κάθε τοπικός πολέμαρχος, διοικητής ή επίσκοπος έπρεπε να αντιμετωπίζει
εκ των ενόντων τις απειλές και ανάγκες στην περιφέρεια του.  Η κατάσταση
ήταν ακόμη πιο χαώδης σε «διεθνές» επίπεδο:  αντί της Δυτικής Ρωμαϊκής
αυτοκρατορίας υπήρχαν πολλά μικρά βασίλεια σε διαρκή διαπάλη αναμεταξύ
τους και χωρίς δεσμούς ενότητος ή ένα κοινό σημείο αναφοράς.  Η
επικυριαρχία της Κωνσταντινουπόλεως δεν αναγνωριζόταν από όλους και
λαμβανόταν σοβαρά υπ’ όψιν από ακόμη λιγότερους.

Η
άνοδος των Φράγκων, με αποκορύφωμα την Καρολίγγειο αυτοκρατορία, έδωσε
στη δυτική Ευρώπη ξανά κάποια στοιχεία πολιτικής ενότητος και
ιδεολογικής συνοχής, μέσω της κατά κάποιον τρόπο αναστηλώσεως του
ρωμαϊκού παρελθόντος.  Ταυτοχρόνως πήρε συγκεκριμένη μορφή η σχέση
κέντρου-περιφερείας.  Ο Καρλομάγνος σχημάτισε στις συνοριακές επαρχίες
τις «μάρκες», εδαφικές μονάδες πολιτικής και στρατιωτικής εξουσίας υπό
τον έλεγχο ενός μαρκησίου.  Οι μαρκήσιοι και άλλοι ισχυροί γαιοκτήμονες
ως αντάλλαγμα της εξουσίας τους συντηρούσαν στρατεύματα τα οποία έθεταν
στη διάθεση του αυτοκράτορος όποτε ανέκυπτε ανάγκη.  Το σύστημα αυτό
αναπτύχθηκε εντονότερα μετά το θάνατο του Καρλομάγνου.  Η ενότητα του
κράτους διασπάστηκε μέσα από τους πολέμους των εγγονών του, ενώ οι
καταστροφικές επιδρομές των Βίκινγκς ώθησαν τις στρατιωτικές δυνάμεις
των Φράγκων στα άκρα.  Πλέον η εξουσία των βασιλέων άρχισε να εξασθενεί,
καθώς οι αμυντικές ανάγκες επέβαλαν ολοένα και μεγαλύτερη αποκέντρωση
της εξουσίας.  Οι πολεμικές υπηρεσίες ανταμείβοντο σε γη, με αποτέλεσμα
ολοένα και λιγότερα εδάφη να μένουν υπό άμεσο βασιλικό έλεγχο.  Αυτός ο
εκφυλισμός οδήγησε στην εδραίωση ενός καθεστώτος που ονομάστηκε της
φεουδαρχίας.

Το
φεουδαρχικό σύστημα βασίζεται στο δεσμό μεταξύ του αφέντη και του
υποτελή (βασσάλος, λίζιος).  Ο βασιλέας εμπιστευόταν ένα τμήμα γης
(φέουδο) σε έναν από τους υπηκόους του.  Ο υπήκοος αυτός, γινόμενος
μέλος της ισχυρής στρατιωτικής αριστοκρατίας μπορούσε να εκμεταλλευτεί
οικονομικά την περιοχή αυτή, υπό τον όρο να αποδίδει τμήμα των φόρων στο
βασιλέα του και να συντηρεί στρατεύματα τα οποία θα του διαθέτει εν
καιρώ πολέμου.  Αυτοί οι ευγενείς είχαν με τη σειρά τους δικούς τους
υποτελείς, οι οποίο αντιστοίχως ελάμβαναν τμήμα του φεούδου με
αντάλλαγμα πολεμικές υπηρεσίες και ούτω καθ’ εξής, δημιουργώντας μία
περίπλοκη ιεραρχία από τον  υψηλόβαθμο δούκα μέχρι τον ταπεινό ιππότη.  Ο
τρόπος του πολέμου κατέστησε τους φεουδάρχες πολύ ισχυρούς, καθώς οι
μάζες των πρόχειρα εξοπλισμένων χωρικών αντικαταστάθηκαν από τους
στρατούς βαριά (και ακριβά) θωρακισμένων ιππέων με τους ακολούθους
τους.  Ταυτόχρονα οι κατοικίες και τα στρατόπεδα των ευγενών εξελίχθηκαν
στα λίθινα, πελώρια κάστρα που σώζονται σήμερα.  Χωρίς αντίστοιχη
εξέλιξη στη βαλλιστική και πολιορκητική τεχνολογία, ο ιππότης έγινε ο
αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος του πεδίου της μάχης και το κάστρο αποσπέλαστο
εμπόδιο σε κάθε βασιλιά που ήθελε να ελέγχει πιο στενά τους υποτελείς
του.  Στο κατώτερο σημείο τη ιεραρχία βρίσκονταν οι εξαρτημένοι αγρότες
(δουλοπάροικοι), οι οποίοι εργάζονταν για τον τοπικό αφέντη με
αντάλλαγμα εκείνος να τους προστατεύει από ληστές, επιδρομείς κ.α.  Έτσι
συμπληρωνόταν η τριμερής διαίρεση της κοινωνίας, υπόδειγμα τυπικά
φεουδαλικό-μεσαιωνικό αλλά ταυτοχρόνως επαναλαμβανόμενο στους
ινδοευρωπαϊκούς πολιτισμούς:  πολεμιστές (ευγενείς, ιππότες),
εργαζόμενοι (κυρίως αγρότες αλλά και οι επαγγελματίες των πόλεων, που
όμως τότε είχαν πολύ λίγο αναπτυχθεί) και ιερωμένοι.

Η
φεουδαρχική σχέση επικυρωνόταν με επίσημη τελετή, όπου ο υποτελής
ορκιζόταν υποταγή και πίστη στον άρχοντα του, και με τη σειρά του ο
τελευταίος τον ασπαζόταν και τον ανακήρυττε φεουδάρχη.  Τη φεουδαρχική
κοινωνία διέτρεχε η θεμελιώδης αρχή της πίστεως (fidelitas).  Η
ιεραρχική εξουσία βασιζόταν στην ιερότητα του όρκου, την ακεραιότητα του
«λόγου της τιμής» και την «καλή τη πίστει» προσωπική ανθρώπινη
προσέγγιση.  Η θεμελιώδης σημασία της προσωπικής τιμής αλλά και η
επιφύλαξη θείας καταδίκης για τον επίορκο αποτελούσαν ισχυρές, αλλά όχι
άτρωτες εγγυήσεις για την ευρυθμία του συστήματος.  Αυτή η μέθεξη της
αρχαίας αφοσίωσης του πολεμιστή στον αρχηγό του μαζί με τις χριστιανικές
αρετές σφυρηλάτησε τον κώδικα ηθικής της ιπποσύνης (chevalerie).  Στο
πρόσωπο του ιππότου, του χαμηλοβάθμου φεουδάρχου και συνήθως νεαρού
πολεμιστή αποτυπώθηκαν τα ιδανικά της μεσαιωνικής κοινωνίας όπως η
ανδρεία, η πίστη στον αφέντη και την Εκκλησία, η προστασία των αδυνάμων
και η αυτοθυσία.  Από εκεί αναπτύχθηκε το πρότυπο του χριστιανού
στρατιώτου, όπως θα φανεί στις Σταυροφορίες.

*φοιτητής διεθνών, ευρωπαϊκών και περιφερειακών σπουδών (mnovakopoulos.blogspot.gr)

ΜΑΡΙΟΣ ΝΟΒΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Το Σχίσμα των Εκκλησιών: μία σύντομη ιστορία

ΜΑΡΙΟΣ ΝΟΒΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Το Σχίσμα των Εκκλησιών: μία σύντομη ιστορία:

Γράφει ο Μάριος Νοβακόπουλος*
Οι σχέσεις ανάμεσα στην παποσύνη και τα ανατολικά πατριαρχεία υπήρξαν
συχνά τεταμένες.  Η διαπλοκή στους πολιτικούς ανταγωνισμούς, οι διαμάχες
δικαιοδοσίας και οι θεολογικές αποκλίσεις οδήγησαν αρκετές φορές σε
ανοικτή ρήξη.  Τους πρώτους αιώνες οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες επενέβησαν
βίαια στα θρησκευτικά ζητήματα ζητώντας είτε να επιβάλουν τη συμφιλίωση
της Εκκλησίας με αιρετικές ομάδες όπως οι Μονοφυσίτες («Ενωτικόν»
Ζήνωνος, Μονοθελητισμός κ.α.) είτε για να αλλάξουν τα πιστεύω της, όπως
έγινε στην περίπτωση της Εικονομαχίας.  Σε αυτές τις περιπτώσεις η Ρώμη
υπήρξε ο υπερασπιστής της εκκλησιαστικής ορθοδοξίας και σημείο αναφοράς
των διωκομένων χριστιανών.  Η Εικονομαχία έριξε οριστικά με την
αναστήλωση του 843, όμως είχε μεσολαβήσει η παπική ανεξαρτητοποίηση και η
άνοδος της Καρολιγγείου αυτοκρατορίας, με ότι αυτό συνεπάγεται για το
διμερές κλίμα.


Τη δεκαετία του 860 θα ξεσπάσει σοβαρή κρίση ανάμεσα στη Ρώμη και την
Κωνσταντινούπολη, με αφορμή την ενθρόνιση στο θρόνο της δεύτερης του
πατριάρχου Φωτίου.  Ο πάπας Νικόλαος έκρινε πως η αναρρίχηση του Φωτίου
από τη θέση του διακόνου στον πατριαρχικό θρόνο εντός εβδομάδος ήταν
αντικανονική και ζήτησε την επάνοδο του καθαιρεθέντος πατριάρχου
Ιγνατίου στη θέση του.    Ο Φώτιος αντέδρασε στις παπικές κατηγορίες
υπερασπιζόμενος την αυτονομία του οικουμενικού πατριαρχείου και
καταγγέλλοντας δυτικές καινοτομίες όπως η προσθήκη του «filioque» στο
Σύμβολο της Πίστεως, η αγαμία του κλήρου και η χρήση αζύμου άρτου στη
Θεία Ευχαριστία ως αιρετικές.  Το ζήτημα συνέπεσε με την έκρηξη της
βυζαντινής ιεραποστολικής δραστηριότητος, η οποία έφερε το χριστιανισμό
στους Σλάβους της Μοραβίας και της Βουλγαρίας.  Η δυτική επιθετικότητα
εκφράστηκε τόσο με την παπική απόπειρα να υφαρπαγεί η νεοσύστατη
βουλγαρική Εκκλησία όσο και με την κατάκτηση της Μοραβίας από τους
Βαυαρούς Φράγκους, συνοδευόμενη από τη βίαιη διάλυση της εκκλησιαστικής
τάξεως που μόλις είχαν εγκαθιδρύσει οι Βυζαντινοί.  Το 867 ο νέος
αυτοκράτορας Βασίλειος Α’ καθαίρεσε το Φώτιο και αποκατέστησε τον
Ιγνάτιο.  Η κρίση τυπικώς έληξε με τη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως του
879-880 (Η’ Οικουμενική) όπου ο επιστρέψας πατριάρχης Φώτιος
αναγνωρίστηκε από τη Ρώμη.  Τον επόμενο ένα και μισό αιώνα οι σχέσεις
Πρεσβυτέρας και Νεοτέρας Ρώμης υπήρξαν ψυχρές.  Οι δογματικές διαφορές
δεν επουλώθηκαν και ουσιαστικώς οι δύο Εκκλησίες συνέχιζαν να θεωρούνται
σε ένωση επειδή δεν είχε παρουσιαστεί κάποια αφορμή για επίσημη ρήξη. 
Το 1004 η παποσύνη επισήμως εισήγαγε το filioque στο «Πιστεύω» και
έκτοτε η Κωνσταντινούπολη σταμάτησε να μνημονεύει τον πάπα στα
πατριαρχικά δίπτυχα.  Η μοιραία όμως σύγκρουση θα ελάμβανε χώρε πενήντα
έτη αργότερα.
Στις αρχές του 1050 οι Νορμανδοί μισθοφόροι της Κάτω Ιταλίας είχαν
εξεγερθεί ανοικτά εναντίον των Βυζαντινών, Λομβαρδών και Σαρακηνών
εργοδοτών τους.  Αξιοποιώντας τη διάσπαση των αντιπάλων τους και την
εντυπωσιακή πολεμική τους δεινότητα, οι Νορμανδοί μπόρεσαν να
κυριαρχήσουν σε μεγάλα τμήματα του ιταλικού νότου πιέζοντας αφόρητα όχι
μόνο τους Βυζαντινούς (σε μία εποχή που η αυτοκρατορία έκανε εμφανή τα
πρώτα σημάδια φθοράς) αλλά και την ίδια την παποσύνη, απειλώντας τα
εδάφη της.  Ταυτοχρόνως όμως οι Νορμανδοί ήταν χριστιανοί που
ακολουθούσαν τις δυτικές πρακτικές.  Κυριαρχώντας λοιπών στις
ελληνόφωνες, βυζαντινές περιοχές επέβαλαν στις εκκλησίες είτε να
ακολουθήσουν το λατινικό τυπικό (άζυμα κ.α.) είτε να κλείσουν.  Αυτή η
εξέλιξη δυναμίτισε τις προσπάθειες του πάπα και του Βυζαντινού
αυτοκράτορος για οργάνωση κοινής αμύνης κατά των Νορμανδών.  Το 1053 ο
μητροπολίτης Αχρίδος Λέων κοινοποίησε εγκύκλιο στους δυτικούς επισκόπους
όπου καυτηρίαζε τη χρήση αζύμων, ενώ ο πατριάρχης Μιχαήλ Κηρουλάριος
διέταξε να κλείσουν οι λατινικές ενορίες της Κωνσταντινουπόλεως σε
αντίποινα για τα γεγονότα της Ιταλίας.  Ο πάπας Λέων Θ’ αντέδρασε
αποστέλλοντας τριμελή πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη, με επικεφαλής τον
καρδινάλιο Ουμβέρτο. Ο πάπας του εμπιστεύθηκε επιστολές προς τον
αυτοκράτορα και τον πατριάρχη, ενώ παράλληλα τον εξουσιοδότησε να τους
αφορίσει εάν η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη.
Οι διαπραγματεύσεις δεν κύλισαν καθόλου ομαλά.  Οι παπικοί εκπρόσωποι
διατράνωσαν τα πρωτεία της Ρώμης και αμφισβήτησαν το δικαίωμα του
πατριάρχη να ονομάζεται οικουμενικός.  Στη ρήξη συνέβαλε και ο
χαρακτήρας των διαπραγματευομένων, καθώς ο φιλόδοξος και αλαζονικός
Κηρουλάριος δεν μπόρεσε να συνεννοηθεί με τον αδιάλλακτο και πείσμωνα
Ουμβέρτο.  Με τις συνομιλίες να οδηγούνται σε αδιέξοδο, στις 16 Ιουλίου
του 1054 οι παπικοί εκπρόσωποι μπήκαν στην Αγία Σοφία ενώ προετοιμαζόταν
η Θεία Λειτουργία και κατέθεσαν βούλα με την οποία αναθεμάτιζαν τον
Κηρουλάριο.  Ο πατριάρχης συγκάλεσε άμεσα σύνοδο και ανταπέδωσε τον
αφορισμό κατά του Ουμβέρτου και της συνοδείας του.
Ήταν ένα κοσμοϊστορικό γεγονός, στην πραγματικότητα όμως η τυπική
επίδραση του ήταν μικρή και η ουσιαστική θα μπορούσε να είχε παραμείνει
το ίδιο.  Ο πάπας είχε πεθάνει προ τριών μηνών συνεπώς το ανάθεμα που
κατατέθηκε στην Αγία Σοφία ήταν άκυρο.  Οι αφορισμοί περιορίστηκαν σε
έναν συγκεκριμένο πατριάρχη και τρεις λεγάτους, χωρίς να επεκτείνονται
στο σύνολο της Εκκλησίας.  Τέτοια περιστατικά είχαν συμβεί και στο
παρελθόν αλλά ύστερα βρισκόταν κάποιος συμβιβασμός.  Οι ιστορικοί της
εποχής περιγράφουν το γεγονός δίχως να του δίνουν ιδιαίτερη βαρύτητα. 
Το Σχίσμα του 1054 αποδείχθηκε οριστικό πολλούς αιώνες αργότερα.  Οι δύο
Εκκλησίες, με όλην την ψυχρότητα και αντιπάθεια που είχε δημιουργηθεί,
θεωρούσαν η μία την άλλη αδελφή, έστω άσπονδη.  Σε άμεσο επίπεδο πιο
σημαντικές ήταν οι πολιτικές συνέπειες.  Με το ναυάγιο της
βυζαντινο-παπικής προσεγγίσεως, η Ρώμη επέλεξε τη συμφιλίωση με τους
Νορμανδούς, οι οποίοι συνέχισαν ακάθεκτοι την εκπαραθύρωση των
Βυζαντινών από την Ιταλία.
Το Σχίσμα θα οριστικοποιείτο με τη δυσμενή εξέλιξη των Σταυροφοριών.
*φοιτητής διεθνών, ευρωπαϊκών και περιφερειακών σπουδών (mnovakopoulos.blogspot.gr)



Τετάρτη 11 Απριλίου 2018

Οι μεγάλοι βουβοί της ιστορίας και το δυστύχημα του Ελληνισμού




Ο άνθρωπος είναι ζώο κοινωνικό, το οποίο ορίζεται σε τεράστιο βαθμό από την αλληλεπίδραση και επικοινωνία του με τους ομοίους του περιβάλλοντος του.  Η ταυτότητα, οι τρόποι και οι σκέψεις του καθενός διαμορφώνονται από τι ακούει και διαβάζει από όσα λένε, γράφουν και αποτυπώνουν σε εικόνα οι γύρω του, και βέβαια από ό,τι βλέπει με τα ίδια του τα μάτια.  Το περιεχόμενο του χαρακτήρα μας, οι εμπειρίες και τα βιώματα μας υπάρχουν μέσα στο μυαλό μας, άλλοτε πιο σαφή και άλλοτε συγκεχυμένα, και η εξωτερίκευση τους απαιτεί μία συγκεκριμένη διαδικασία.  

Η πρώτη περίοδος μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως - Ο Βησσαρίων, το...

Τετάρτη 14 Μαρτίου 2018

Πανδιδακτήριο, η ανωτάτη σχολή Κωνσταντινούπολης

ΜΑΡΙΟΣ ΝΟΒΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Η γεωπολιτική ιστορία της Μεσαιωνικής αυτοκρατορία...



Ο Καρλ Σμιτ υπήρξε από τους
σημαντικότερους αλλά και πλέον αμφιλεγόμενους πολιτικούς στοχαστές του 20ου
αιώνα.  Ο Γερμανός διανοητής διακρίθηκε
για τις θεωρίες του περί κράτους, εξουσίας και πολιτικής θεολογίας, κατηγορήθηκε
δε για τη σύντομη σύμπραξη του με το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς.  Ο μελετητής του Μεσαίωνα αναγνωρίζει εύκολα
τη θεώρηση της χριστιανικής αυτοκρατορίας ως το «κατέχον», δηλαδή θεόπεμπτη
δύναμη η οποία με την παρουσία της ελέγχει τις δυνάμεις της ανομίας και
καθυστερεί την έλευση των εσχάτων.  Και
οι πιο σύγχρονης αναφοράς θεωρίες του όμως, μπορεί να φανούν χρήσιμες στην
εξέταση της μεσαιωνικής ιστορίας.  Εδώ, η
αυτοκρατορική τάξη πραγμάτων του Βυζαντίου θα αντιπαραβληθεί με εκείνην της
Δυτικής Ευρώπης και αμφότερες θα ιδωθούν μέσα από τα πλαίσια τριών όρων που
χρησιμοποιούνται από τον Σμιτ:  εκτός από
το Κατέχον είναι ο Μείζων χώρος (Großraum) και η αυτοκρατορία (Reich).


ΣΥΝΕΧΕΙΑ



ΜΑΡΙΟΣ ΝΟΒΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Η γεωπολιτική ιστορία της Μεσαιωνικής αυτοκρατορία...:

Δευτέρα 5 Μαρτίου 2018