"Είμαστε ένας λαός με παλικαρίσια ψυχή, που κράτησε τα βαθιά κοιτάσματα της μνήμης του σε καιρούς ακμής και σε αιώνες διωγμών και άδειων λόγων. Τώρα που ο τριγυρινός μας κόσμος μοιάζει να θέλει να μας κάνει τρόφιμους ενός οικουμενικού πανδοχείου, θα την απαρνηθούμε άραγε αυτή τη μνήμη; Θα το παραδεχτούμε τάχα να γίνουμε απόκληροι"

Γιώργος Σεφέρης

Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2015

Ο συλλογικός μας αυτοπροσδιορισμός και το πολιτικό μας πρόβλημα

Του Μιχάλη Ρέττου


Τα τελευταία χρόνια έχουν επανέλθει στον δημόσιο διάλογο ζητήματα που αφορούν στην ταυτότητα των Ελλήνων, δηλαδή στο σύνολο των ιστορικών - πολιτιστικών δεδομένων και εθισμών δομούν την συλλογικότητα και την αυτοσυνειδησία μας. Σε αυτά τα ζητήματα παρατηρείται ένα χάσμα απόψεων που συνοψίζεται σχηματικά σε δύο κυρίαρχες τάσεις : Η πρώτη τάση χοντρικά, αντιλαμβάνεται την ελληνικότητα με τους όρους του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, απορρίπτοντας κατά κάποιον τρόπο την διαχρονική συνέχεια (αμφισβητώντας συχνά ή θέτοντας στο περιθώριο τη ρωμαίικη - βυζαντινή παράδοση) και αναφέρει ως ληξιαρχική πράξη γέννησης του νέου ελληνισμού το 1830 (ταυτόχρονα με την ίδρυση του ελληνικού κράτους), αναζητώντας βέβαια καταβολές (πνευματικές, γλωσσικές ή ακόμα και φυλετικές) από την αρχαία Ελλάδα και προβάλλοντας ως πρότυπο τη δυτική Ευρώπη η οποία βασίστηκε στο πνεύμα του αρχαιοελληνικού ορθολογισμού.
Η δεύτερη τάση αντιλαμβάνεται την ελληνικότητα ως διαχρονική συνέχεια (Ιλιαδορωμιοσύνη κατά τον Κ.Ζουράρι) που ξεκινά από την αρχαία ελληνική κοινωνική ανθρωπολογία -με την γέννηση της πόλης και της πολιτικής- και συνεχίζει την ιστορική της πορεία με τον πέρασμα των αιώνων μέσω των κοινών και των κοινοτήτων του ρωμαϊκού και οθωμανικού κόσμου, συμπεριλαμβανομένης της υιοθέτησης του Χριστιανισμού. Αυτό το χάσμα απόψεων στην ελληνική διανόηση και κοινωνία δεν είναι κάτι καινούριο αλλά έχει τις καταβολές του στην προεπαναστατική σύγκρουση των ''δύο οραμάτων'' (όραμα Φαναριωτών - όραμα νεοελληνικού διαφωτισμού), στη διαφορά των στοχεύσεων μεταξύ του Ρήγα Φεραίου και του Αδαμάντιου Κοραή, αλλά και μετέπειτα πχ. στην διαφορά αντιλήψεων ανάμεσα στον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον Ίωνα Δραγούμη.
   Στην πραγματικότητα λοιπόν δεν υφίσταται διαφορά αντιλήψεων που συνοψίζεται στο δίλλημα «Έλληνες ή Ρωμιοί» (όπως συχνά παρουσιάζεται), αφού ουδείς έχων σώας τας φρένας αμφισβητεί την ελληνικότητα. Η διαφορά έγκειται στο ότι η μία ανάγνωση θεωρεί τη ρωμιοσύνη ως αναπόσπαστο, ζωντανό και οργανικό μέρος της ελληνικότητας, ενώ η άλλη την παρακάμπτει. Για να προσεγγίσουμε το ζήτημα της νεοελληνικής ταυτότητας με ρεαλισμό θα πρέπει να ανατρέξουμε στο παρελθόν, στην αντίληψη των Ελλήνων επαναστατών σχετικά με την ταυτότητα του νέου κράτους. Αυτή αποτυπώνεται καίρια στα πρώτα συντάγματα που συντάχθηκαν κατά τη διάρκεια της επαναστάσεως: Νομική Διάταξις της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος, ή Οργανισμός του Αρείου Πάγου, Γερουσίας της Ανατ. Ελλάδος, 4/11/1821: «Οι κοινωνικοί νόμοι των αειμνήστων χριστιανών αυτοκρατόρων της Ελλάδος μόνοι ισχύουσι κατά το παρόν εις την Ανατολικήν Χέρσον Ελλάδαν»,  Προσωρινό πολίτευμα της Ελλάδος 1/1/1822: «Άχρι της κοινοποιήσεως των ειρημένων κωδίκων, αι πολιτικαί και εγκληματικαι διαδικασίαι βάσιν έχουσι τους Νόμους των αειμνήστων Χριστιανών ημών αυτοκρατόρων» , Νόμος της Επιδαύρου, Β Εθνική Συνέλευση, εν Άστρει 1823, επαναλαμβάνονται τα παραπάνω και στις 1/4/1823 από τα Πρακτικά διαβάζουμε: «Διορίζεται επιτροπή για να εκθέση τα κυριώτερα των εγκληματικών εκ του προχείρου, ερανιζομένη από τους νόμους των ημετέρων αειμνήστων Βυζαντινών Αυτοκρατόρων».
   Από τα παραπάνω καθίσταται προφανές πως ο επαναστατημένος λαός του 1821 ζούσε τη φυσική του συνέχεια. Αντλούσε ταυτότητα με βάση το άμεσο παρελθόν του, τη ζωντανή παράδοσή του. Θεωρούσε το νέο ελληνικό κράτος ως εκφραστή της ρωμιοσύνης, η οποία διατήρησε την συνοχή των Ελλήνων και τον πόθο της απελευθέρωσης κατά τους οθωμανικούς αιώνες. Επίσης είναι ενδιαφέρον να δούμε το πως ορίζεται ο Έλληνας στο Προσωρινό πολίτευμα της Ελλάδος το 1822 :«Οσοι αυτόχθονες κάτοικοι της Επικρατείας της Ελλάδος πιστεύουσιν εις Χριστόν εισίν Ελληνες και απολαμβάνουσιν άνευ τινός διαφοράς όλων των πολιτικών δικαιωμάτων». Αξίζει να σταθούμε στο γεγονός ότι ο «ορισμός» αυτός δίνει στον Έλληνα μία πολιτισμική ιδιότητα (με βάση την πίστη του) και δεν ταυτίζεται με την έννοια του σύγχρονου έθνους, όπως αυτή αποτυπώθηκε από τους Γάλλους επαναστάτες. Ταυτόχρονα είναι εμφανής η δημοκρατική στόχευση των Ελλήνων, σε αντίθεση με τα τότε ευρωπαϊκά δεδομένα.

   Παρ' όλα αυτά, αυτή η λαϊκή αντίληψη περί ελληνικότητας παρακάμφθηκε πρωτίστως από μεγάλο μέρος των τότε Ελλήνων διανοουμένων που ζούσαν στην δυτική Ευρώπη -και είχαν εκθαμβωθεί από τις ραγδαίες αλλαγές που συντελούνταν στην εσπερία- με προεξέχοντα τον Αδαμάντιο Κοραή. Ο τελευταίος, εισηγητής της «μετακένωσης», υποστήριζε ότι η ελληνικότητα χάθηκε ήδη από την «κατάκτηση» της Ελλάδος από τον Φίλιππο Β' μετά τη μάχη της Χαιρώνειας και ότι αυτή συνεχίστηκε από τη δύση, ήδη από την εποχή του Σχολαστικισμού. Έτσι, σύμφωνα με τον Κοραή, για να μπορέσουν οι σημερινοί «Γραικοί» να ξαναγίνουν Έλληνες θα έπρεπε να μιμηθούν τα «πεφωτισμένα» έθνη της εσπερίας. Μάλιστα, πρότεινε έναν νέο τρόπο αυτοπροσδιορισμού, αυτόν του «γραικογάλλου», ως μία πολιτική ένωση των δύο κρατών βασισμένη στο παράδειγμα υποδείγματος- μιμητή.
   Πράγματι λοιπόν πάνω σε αυτές τις βάσεις στήθηκε το νέο ελληνικό κράτος μετά την επίσημη αναγνώρισή του από τις προστάτιδες δυνάμεις, την δολοφονία του Καποδίστρια και την έλευση των Βαυαρών, όπως ακριβώς το ήθελαν οι Ευρωπαίοι φιλέλληνες, οι οποίοι θεωρούσαν εαυτούς φορείς της ελληνικότητας. Το παραπάνω είναι εμφανές στον τρόπο με τον οποίο η βαυαροκρατία οργάνωσε το νέο κράτος: θεσμοί μεταφερμένοι από την Βαυαρία, αρχιτεκτονική στα πρότυπα του νεοκλασικισμού που δέσποζε τότε στις προτιμήσεις των Ευρωπαίων, πρωτεύουσα το «λασποχώρι» τότε της Αθήνας προκειμένου με αερογέφυρα 20 αιώνων να επιστρέψουμε στην εποχή του Περικλή, μοντέλο συγκεντρωτικό και κατάργηση του διαχρονικού ελληνικού τρόπου της κοινοτικής οργάνωσης, εκκλησία κρατική στα πρότυπα της προτεσταντικής Korskirken, αποκομμένη από το πατριαρχείο και την οικουμενική της διαχρονική διάσταση, γλώσσα η καθαρεύουσα του Κοραή προκειμένου να καθαρθεί από τα ζωντανά δημώδη στοιχεία της, πολίτευμα μοναρχικό όπως αυτά που επικρατούσαν στη τότε Ευρώπη.
    Δεν τέθηκε καν προβληματισμός για το ποιες είναι οι ανάγκες και οι ιδιαιτερότητες  του συγκεκριμένου λαού. Επεβλήθη από τα πάνω ένας θεσμικός μεταπρατισμός ο οποίος διατηρείται συνεχώς ενισχυόμενος μέχρι σήμερα, δομημένος πάνω στην αντίληψη περί ελληνικότητας της κρατούσας διανόησης. Ενδεικτικό είναι ότι ο ελληνικός λαός δεν συναίνεσε σε αυτή την αλλοτρίωση. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Όθωνα μετράμε δεκατρείς λαϊκές εξεγέρσεις με ποικίλα αιτήματα. Η αντίρρηση σε αυτή την αλλοτριωμένη, στενά κρατική και νεωτερική αντίληψη της ελληνικότητας στο επίπεδο της διανόησης εκφράστηκε πολύ αργότερα, με τον Παπαδιαμάντη, τον Δραγούμη και τη γενιά του 30'. Η τελευταία με κύριους εκπροσώπους τον Κόντογλου, τον Θεοτοκά, τον Σεφέρη , τον Ελύτη, τον Πικιώνη, τον Λορεντζάτο, τον Τσαρούχη και άλλους, προσπάθησε να καταδείξει την ανάγκη επιστροφής στην ελληνικότητα (με τη ζωντανή διαχρονική της έννοια) σε επίπεδο γλώσσας, τέχνης και θεσμών, σε όλα αυτά που κατασυκοφαντήθηκαν από τη διανόηση του 19ου αιώνα. Προσπάθησε να κάνει σαφές ότι αυτός ο λαός όντας σκλάβος και αγράμματος επί τουρκοκρατίας , παρήγαγε πολιτισμό, δηλαδή εξέχουσα ιδιαιτερότητα στην αρχιτεκτονική, στην ποίηση, στην ζωγραφική, στους θεσμούς. Σταμάτησε όμως αυτή η παραγωγή με την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, όταν άρχισε να μιμείται, να υποτάσσεται, δηλαδή να είναι εξ ορισμού δεύτερος και καθυστερημένος.
   Η τομή αυτή της γενιάς του 30 δεν πέρασε ποτέ δυστυχώς στο επίπεδο της πολιτικής, των θεσμών, της κρατούσας διανόησης, της εκκλησίας. Είναι λοιπόν ανάγκη να ξαναδούμε τον τρόπο του συλλογικού μας αυτοπροσδιορισμού με βάση την κοινωνική εμπειρία, τους ιστορικούς εθισμούς και τη διαχρονία και όχι μέσα από ιδεολογικές ντιρεκτίβες που διαμορφώνουν τα δάνεια ιδεολογήματα του φιλελευθερισμού και του σοσιαλισμού, που δεν έχουν καμία σχέση με αυτόν τον τόπο και την εξέλιξή του. Με αυτόν τον τρόπο ίσως μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε το διαχρονικό ελληνικό πολιτικό πρόβλημα, να δημιουργήσουμε δηλαδή θεσμούς που να ταιριάζουν «γάντι» σε αυτήν την κοινωνία, με τις δεδομένες ανάγκες και ιδιαιτερότητες. Να διαμορφωθεί δηλαδή μία άλλη σχέση κοινωνίας-πολιτικής, στην οποία η πολιτική θα εκφράσει την κοινωνία και δεν θα της επιβληθεί από τα πάνω όπως γίνεται μέχρι σήμερα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Μας ενδιαφέρουν οι άποψεις σας και οι διαφωνίες σας.
Ο γόνιμος διάλογος μας κάνει όλους πιο σοφούς.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...